Πέμπτη 19 Μαρτίου 2026

Τακτική υποχώρηση: γιατί η Μπολιβαριανή Επανάσταση παραμένει όρθια

Πηγή - teleSUR / Peoples Dispatch

Por: Manolo De Los Santos*
Οι πρώτες πρωινές ώρες της 3ης Ιανουαρίου 2026 σηματοδότησαν ένα σημείο καμπής στον αιώνιο αγώνα της Βενεζουέλας και της Λατινικής Αμερικής για αυτοδιάθεση και ανεξαρτησία. Η Επιχείρηση "Απόλυτη Λύση", που διέταξε η κυβέρνηση Τραμπ, αποτέλεσε την πιο βίαιη και άμεση στρατιωτική επίθεση κατά ενός κυρίαρχου κράτους της περιοχής στην πρόσφατη ιστορία. 

Σε μια συγκλονιστική επιχείρηση που άφησε εκατοντάδες νεκρούς, ο πρόεδρος Νικόλας Μαδούρο και η πρώτη κυρία Σίλια Φλόρες απήχθησαν παράνομα στο βενεζουελάνικο έδαφος και μεταφέρθηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου τώρα αντιμετωπίζουν ψευδείς κατηγορίες σε κέντρο ομοσπονδιακής κράτησης στη Νέα Υόρκη.

Στους δύο μήνες που έχουν περάσει από αυτή την πράξη πολέμου, έχει εμφανιστεί ένας χείμαρρος εικασιών από τους λεγόμενους ειδικούς και σχολιαστές από όλο το πολιτικό φάσμα. Αυτές ακολούθησαν τρεις βασικές γραμμές:

  • Η επιτυχία της επιχείρησης υποδήλωσε προδοσία στα υψηλότερα επίπεδα της Μπολιβαριανής Επανάστασης. 
  • Η εκτελούσα καθήκοντα πρόεδρος, Ντέλσι Ροντρίγκες, και οι υπόλοιποι ηγέτες έχουν εγκαταλείψει τη μπολιβαριανή διαδικασία και τη σοσιαλιστική μεταρρύθμιση, παραδίδοντας τη χώρα, την οικονομία και τους πόρους της στον βορειαμερικανικό ιμπεριαλισμό. 
  • Στον τομέα των εξωτερικών σχέσεων, οι ηγέτες της Βενεζουέλας έχουν εγκαταλείψει τον ιστορικό τους αντικαπιταλισμό.

Συνολικά, αυτές οι δηλώσεις ισοδυναμούν με διακήρυξη ότι η αλλαγή καθεστώτος είχε επιτυχία στη Βενεζουέλα.

Όλα αυτά είναι ψευδή και αντανακλούν μια ερασιτεχνική και επιφανειακή προσέγγιση της πολιτικής, “βιαστικές απόψεις” που αναπαράγονται αντιδραστικά αντί για πραγματική ανάλυση ή έρευνα, και που τελικά καταλήγουν να αναπαράγουν τον λόγο του Τραμπ αντί να τον αποδομούν. 
Για να κατανοήσει κανείς τη σημερινή πορεία του Καράκας, είναι απαραίτητο να αξιολογήσει με νηφαλιότητα όσα συνέβησαν στις 3 Ιανουαρίου, να εξετάσει προσεκτικά τα γεγονότα γύρω από τη χρηματοοικονομική και εμπορική κατάσταση της Βενεζουέλας και να κάνει μια ειλικρινή εκτίμηση της διεθνούς ισορροπίας δυνάμεων μέσα στην οποία δρα η χώρα της Νότιας Αμερικής. Είναι απαραίτητο να κατανοηθεί τι έχει αλλάξει σε αυτή τη νέα κατάσταση. Για να ξεδιαλύνουμε τη σύνθετη πραγματικότητα του παρόντος, ορισμένα παραδείγματα από την ιστορία των σοσιαλιστικών κρατών μπορούν να χρησιμεύσουν ως οδηγός.

Μια λεπτομερής ανάλυση των γεγονότων θα δείξει ότι αυτό που παρακολουθούμε δεν είναι παράδοση, αλλά τακτική υποχώρηση μπροστά σε μια συντριπτική δύναμη, για την οποία υπάρχουν σαφείς αναλογίες στην επαναστατική ιστορία.

Στη συνέχεια εξετάζονται και αντικρούονται οι κύριοι ισχυρισμοί που υποτίθεται ότι αποκαλύπτουν την “προδοσία”. Ωστόσο, πριν ξεκινήσουμε, είναι απαραίτητο να γίνει μια σημαντική θεωρητική διάκριση μεταξύ της κυβέρνησης και της κρατικής εξουσίας. Τα κυβερνητικά γραφεία και τα υπουργεία καθορίζουν και εφαρμόζουν μια σειρά πολιτικών, εκδίδουν δηλώσεις κ.λπ., και αλλάζουν προσωρινά χέρια από την “αριστερά” στη “δεξιά”. Οι μόνιμοι θεσμοί της κρατικής εξουσίας (ο στρατός, τα δικαστήρια και η αστυνομία) αντιπροσωπεύουν την πραγματική εξουσία σε κάθε κοινωνία. Σχεδόν όλες οι αριστερές κυβερνήσεις της περιοχής έχουν εκλεγεί τα τελευταία χρόνια για να αναλάβουν δημόσια αξιώματα, αλλά δεν έχουν κατοχή της κρατικής εξουσίας. Όταν προεδρεύουν της πολιτικής, αλλά με το ίδιο καπιταλιστικό κράτος να παραμένει σε ισχύ (ιδίως στον στρατό), υπάρχει ένα σαφές όριο στο πόσο μπορούν πραγματικά αυτές οι κυβερνήσεις να αμφισβητήσουν την καπιταλιστική τάξη και να μετασχηματίσουν την κοινωνική πραγματικότητα. 

Το μπολιβαριανό εγχείρημα προέκυψε επίσης ως ένα εκλογικό κίνημα, με τον Τσάβες αρχικά να κατέχει μόνο κυβερνητικά αξιώματα, αλλά με μια σημαντική διαφορά. Δεκαετίες προσπαθειών πραξικοπήματος που χρηματοδοτήθηκαν από τις Ηνωμένες Πολιτείες, εσωτερικών συγκρούσεων και άλλων κρίσεων οδήγησαν σταδιακά στην αντικατάσταση των δυνάμεων που ήταν πιστές στο παλιό καθεστώς στη δικαιοσύνη, την αστυνομία και τον στρατό από δυνάμεις που διαμορφώθηκαν από και είναι πιστές στη Μπολιβαριανή Επανάσταση. 

Το Ενωμένο Σοσιαλιστικό Κόμμα διατηρεί την αποστολή του να προωθεί την εξουσία της εργατικής τάξης και να οικοδομεί τον σοσιαλισμό. Ο αγώνας μπορεί να προχωρά με ζιγκ-ζαγκ, με προόδους και οπισθοχωρήσεις, ανάλογα με την πίεση των δυνάμεων, αλλά σε κάθε στάδιο το κόμμα εργάζεται για να διατηρεί τα επιτεύγματά του και να ελαχιστοποιεί τις απώλειές του.

Αυτό είναι σημαντικό επειδή οι παραχωρήσεις της Βενεζουέλας γίνονται κυρίως σε επίπεδο Κυβέρνησης, όχι σε επίπεδο Κράτους και κόμματος.

Ισχυρισμός 1: Η επιτυχία της βορειοαμερικανικής επιχείρησης της 3ης Ιανουαρίου υποδήλωσε προδοσία στα υψηλότερα επίπεδα της Μπολιβαριανής Επανάστασης.

Οι υποτιθέμενες «αποδείξεις»

Κανένα μέλος του βορειοαμερικανικού στρατού δεν πέθανε στην επιχείρηση που απήγαγε τον Νικολάς Μαδούρο και τη Σίλια Φλόρες.

Περισσότερα από 150 αμερικανικά αεροσκάφη εισήλθαν στον εναέριο χώρο της Βενεζουέλας χωρίς να καταρριφθούν από τις προηγμένες αεράμυνες της χώρας, που προμηθεύτηκαν από τη Ρωσία.

Η “ειρηνική” απομάκρυνση του Μαδούρο και της Φλόρες μπόρεσε να πραγματοποιηθεί μόνο χάρη στην “συνεργασία” του στενού κύκλου του Μαδούρο. Δεν υπήρξε άμεση στρατιωτική αντεπίθεση από τους Βενεζουελάνους.

Η πραγματικότητα: αντίσταση απέναντι σε μια συντριπτική στρατιωτική υπεροχή

Πλέον γνωρίζουμε πολύ περισσότερα για τα γεγονότα της 3ης Ιανουαρίου απ’ ό,τι αρχικά. Αντίθετα με το αφήγημα που επιβλήθηκε από τα δυτικά μέσα ενημέρωσης και επαναλήφθηκε χωρίς σκέψη από κάποιους στην αριστερά, υπήρξε αντίσταση. Οι μαρτυρίες των επιζώντων και οι δηλώσεις του ίδιου του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ  επιβεβαιώνουν ότι η προεδρική φρουρά, μαζί με στρατιωτικές μονάδες της Βενεζουέλας  και ένα σώμα διεθνιστών μαχητών από την Κούβα, αντιμετώπισαν τις επιτιθέμενες δυνάμεις σε ανταλλαγή πυρών. Τριάντα δύο Κουβανοί μαχητές έπεσαν μαζί με περισσότερους από 50 Βενεζουελάνους της προεδρικής φρουράς και των δυνάμεων ασφαλείας, που υπερασπίστηκαν τον πρόεδρο με τη ζωή τους.

Καταρχάς, τα συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου των Ηνωμένων Πολιτειών κατέστησαν εντελώς ανενεργές τις αεράμυνες και τις επικοινωνιακές υποδομές της χώρας. Σύμφωνα με τον υπουργό Άμυνας της Βενεζουέλας, Βλαντιμίρ Παδρίνο Λόπες, οι Ηνωμένες Πολιτείες χρησιμοποίησαν τη Βενεζουέλα ως «εργαστήριο» για όπλα και τεχνολογίες που δεν είχαν χρησιμοποιηθεί ποτέ πριν. Ο Παδρίνο είναι γνωστός για τη συστηματική καταγγελία των προσπαθειών των ΗΠΑ να διαφθείρουν και να δωροδοκήσουν τον στρατό ώστε να στραφεί κατά του Μαδούρο  και της Μπολιβαριανής Επανάστασης, καθώς και για προηγούμενες προσπάθειες δολοφονίας από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Εκπροσωπούσε την «πολιτο-στρατιωτική ενότητα» της χώρας, η οποία απέτρεψε χρόνια προσπάθειες ανατροπής του καθεστώτος υπό το σύνθημα «Πάντα πιστοί, ποτέ προδότες».

Μέχρι στιγμής δεν έχει δημοσιευτεί επίσημη βενεζουελάνικη έκθεση για την 3η Ιανουαρίου, καθώς η χώρα παραμένει περικυκλωμένη στρατιωτικά (περισσότερες πληροφορίες θα δοθούν αργότερα). Ωστόσο, ανεπίσημες αναφορές μαρτύρων και επιζώντων υποστηρίζουν τα σχόλια του Παδρίνο. Περιγράφουν ότι, με όλες τις επικοινωνίες και τις αεράμυνες ανενεργές και με τη διακοπή της ηλεκτροδότησης στην περιοχή, οι βενεζουελάνικες δυνάμεις δέχθηκαν επίθεση από ντρόουνς και κάποιο είδος ηχητικού όπλου που αδρανοποίησε τους στρατιώτες. Άμεσα δέχθηκαν καταιγισμό πυρών που οδήγησε σε μονομερή σφαγή, ακόμα και όταν ανταπέδωσαν τα πυρά.   

Στην ομιλία του για την Κατάσταση της Ένωσης, ο Ντόναλντ Τραμπ  τίμησε τον πιλότο του πρώτου ελικοπτέρου Σινούκ  που προσγειώθηκε στο προεδρικό συγκρότημα, μεταφέροντας τις ελίτ μονάδες της Delta Force που εκτέλεσαν την επίγεια επιχείρηση και απήγαγαν τον πρόεδρο. Το ελικόπτερο δέχθηκε έντονα πυρά, με αποτέλεσμα ο πιλότος να τραυματιστεί σοβαρά. Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραδέχθηκαν επίσης ότι υπήρξαν περισσότερες απώλειες βορειοαμερικανών στρατιωτών, χωρίς θανάτους.

Αποκαλύφθηκε ότι η επιχείρηση προετοιμάστηκε με πλήρη προσομοίωση σε πιστό αντίγραφο του συγκροτήματος του Νοκολάς Μαδούρο, κατασκευασμένο στο Κεντάκυ. Επί εβδομάδες οι κομάντος της Delta Force εξασκούνταν στο να διασχίζουν ατσάλινες πόρτες  με όλο και ταχύτερο ρυθμό και να απομνημονεύουν την κατανομή διαδρόμων και ασφαλών δωματίων. Γνωρίζοντας ότι ο Mαδούρο μετακινούνταν μεταξύ διαφόρων θέσεων, η επιχείρηση εκτελέστηκε μόνο όταν επιβεβαιώθηκε ότι βρισκόταν στον συγκεκριμένο χώρο. Η νυχτερινή αεροπορική υποστήριξη παρέχεται από μια ομάδα γνωστή ως «Night Stalkers». 

Ωστόσο, η βία δεν τελείωσε εκεί. Από διαρροές επικοινωνιών που επιβεβαιώθηκαν από πολλαπλές πηγές, η Ντέλσυ Ροντρίγκες  αποκάλυψε ότι από τις πρώτες στιγμές της 3ης Ιανουαρίου, η διοίκηση Tραμπ έστειλε τελεσίγραφο. Η Ροντρίγκες δήλωσε: «Οι απειλές ξεκίνησαν τη στιγμή που απήγαγαν τον πρόεδρο. Δόθηκαν σε εμένα, στον Ντιοσντάδο  και στον Χόρχε  15 λεπτά για να απαντήσουμε, αλλιώς θα μας σκότωναν». Οποιαδήποτε άρνηση διαπραγμάτευσης, είπε, θα οδηγούσε όχι μόνο στην απαγωγή αλλά και στην εκτέλεση και εξάλειψη των υπόλοιπων ηγετών του βενεζουελάνικου κράτους. Τους ειπώθηκε επίσης ότι ο βορειαμερικανικός στρατός θα συνέχιζε να περικυκλώνει τη χώρα. Κάθε δήλωση και κάθε απόφαση που θα έπαιρναν θα αναλύονταν ως ένδειξη υποταγής ή αντίστασης, και οι ζωές τους θα μπορούσαν να αφαιρεθούν ανά πάσα στιγμή. 

Πρόκειται για διαπραγμάτευση με όπλο στο χέρι, κυριολεκτικά, που ακόμη δεν έχει τελειώσει. Η κατάσταση απαιτεί ηγεσία ικανή να κάνει τις αναγκαίες υποχωρήσεις για να σωθεί η επανάσταση, χωρίς να θρυμματιστεί η εσωτερική της ενότητα.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν πέτυχαν στις 3 Ιανουαρίου λόγω προδοσίας των βενεζουελάνων ηγετών. Επέτυχαν επειδή, μετά από πάνω από 25 χρόνια αποτυχημένων πραξικοπημάτων, οικονομικού πολέμου και εκστρατειών αποσταθεροποίησης, ο ιμπεριαλισμός ανέπτυξε τελικά το ισχυρότερο όπλο του: άμεση στρατιωτική επέμβαση υποστηριζόμενη από τεχνολογική υπεροχή που κανένα ανεξάρτητο κράτος του αναπτυσσόμενου κόσμου δεν μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά σήμερα.

Ανάλυση: Η συντριπτική επίθεση υβριδικού πολέμου δεν μπόρεσε να υπερκεράσει τις πολιτικές πραγματικότητες

Οι Ηνωμένες Πολιτείες πέτυχαν τον στόχο τους να συλλάβουν τον Μαδούρο, αλλά δεν πέτυχαν τον στόχο τους να ανατρέψουν την κυβέρνηση ή το κράτος. Οι υπόλοιποι ηγέτες, η αντιπρόεδρος Ντέλσυ Ροντρίγκες, ο υπουργός Εσωτερικών Ντιοσντάδο Καμπέγιο, ο υπουργός Άμυνας Βλαντιμίρ Παδρίνο, ο πρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης Χόρχε Ροντρίγκες  και ο πυρήνας του Ενωμένου Σοσιαλιστικού Κόμματος της Βενεζουέλας (PSUV) μαζί με τις μπολιβαριανές ένοπλες δυνάμεις, αντέδρασαν άμεσα για να σταθεροποιήσουν τους θεσμούς και να διατηρήσουν τη συνέχεια της ηγεσίας.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν σχεδίασαν μια ευρύτερη κατοχή λόγω της αναμενόμενης αντίστασης και της ένοπλης κινητοποίησης εκατομμυρίων Βενεζουελάνων. Η έκκληση του προέδρου Maduro για μαζική κινητοποίηση των μπολιβαριανών πολιτοφυλακών έκανε ώστε πάνω από οκτώ εκατομμύρια πολίτες να οπλιστούν. Αυτό, σε συνδυασμό με τον επαγγελματικό στρατό της Βενεζουέλας, που δεν έχει διασπαστεί, δημιούργησε ένα σενάριο στο οποίο οποιαδήποτε εισβολή θα εξελισσόταν σε παρατεταμένο λαϊκό πόλεμο, με πολιτικό και υλικό κόστος μη αποδεκτό για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Υπάρχει ακόμη ισχυρή βάση υποστήριξης του τσαβισμού, κάτι που η διοίκηση Trump παραδέχθηκε έμμεσα όταν δήλωσε ότι πρέπει να είμαστε «ρεαλιστές» και να αναγνωρίσουμε ότι η δεξιά της Βενεζουέλας δεν διαθέτει την απαραίτητη υποστήριξη για να διοικήσει τη χώρα.

Αντίθετα, η διοίκηση Trump εκτέλεσε μια επιχείρηση “χειρουργικού” τύπου με εξαιρετική ακρίβεια, ως μέσο για να αλλάξει την ισορροπία δυνάμεων και να κερδίσει επιρροή πάνω στην κυβέρνηση της Βενεζουέλας, η οποία αναγκάστηκε να αποδεχθεί ότι δεν μπορούσε να ανατραπεί. Όσο κι αν ο Tραμπ και ο Μάρκο Ρούμπιο καυχιούνται για το «αλλαγή καθεστώτος» (regime change), δεν μπορούν να αγνοήσουν αυτό το βασικό γεγονός.

Όταν όμως η Ντέλσυ Ροντρίγκες — η οποία τώρα υπηρετεί ως προσωρινή πρόεδρος — ξεκίνησε διάλογο με τη διοίκηση Τραμπ  μετά την επίθεση, πολλοί στην αριστερά αντέδρασαν με σύγχυση και απογοήτευση. Ναι, ο Μαδούρο και οι ηγέτες είχαν υποσχεθεί έναν λαϊκό πόλεμο και, αν ήταν απαραίτητο, έναν αντάρτικο αγώνα σε στυλ Βιετνάμ. Αλλά το γεγονός είναι ότι οι βορειαμερικανικές δυνάμεις είχαν αποχωρήσει· δεν υπήρχαν δυνάμεις κατοχής ενάντια στις οποίες να διεξαχθεί μάχη. Αυτό θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως χαρακτηριστικό της ανθεκτικότητας της επανάστασης, όχι ως αδυναμία. 

Λοιπόν, πώς μπορούσε η Μπολιβαριανή Επανάσταση να καθίσει στο τραπέζι με τις ίδιες δυνάμεις που μόλις είχαν σκοτώσει τους υπερασπιστές της και είχαν απαγάγει τον πρόεδρό της; Η απάντηση έγκειται στις υλικές συνθήκες επιβίωσης και στην κατάλληλη κατανόηση της επαναστατικής στρατηγικής. Η οργανωμένη κοινωνική βάση και η στρατιωτική ενότητα της επανάστασης αντιπροσώπευαν ένα είδος αποτροπής απέναντι σε ξένη κατοχή, αλλά αυτή η αποτροπή δεν μπορούσε να απωθήσει τις τεράστιες στρατιωτικές δυνάμεις που ακόμη την περικύκλωναν, επιβάλλοντας πλήρη ναυτικό αποκλεισμό του πετρελαίου της ενώ στόχευαν με προηγμένα όπλα τα ηγετικά της στελέχη.

Στις 3 Ιανουαρίου, η κυβέρνηση αναγνώρισε την στρατιωτική πραγματικότητα και πήρε την τακτική απόφαση να διατηρήσει τις κρατικές θεσμικές δομές υπό τον έλεγχό της, για να κερδίσει χρόνο και να ζήσει ώστε να αγωνιστεί ξανά μια άλλη μέρα. 

Η απόφαση αυτή έχει σαφώς απαιτήσει ορισμένες παραχωρήσεις προς την Αυτοκρατορία, αλλά αυτό χρειάζεται επίσης μια πιο προσεκτική εξέταση. Όπως οι ψευδείς κατηγορίες προδοσίας της 3ης Ιανουαρίου αντικρούονται πλέον εύκολα, το ίδιο ισχύει και για τις κατηγορίες προδοσίας που διατυπώθηκαν κατά τους δύο μήνες που ακολούθησαν.

Ισχυρισμός 2: Η προσωρινή πρόεδρος, Ντέλσυ Ροντρίγκες, και οι υπόλοιποι ηγέτες έχουν εγκαταλείψει  τη μπολιβαριανή διαδικασία, παραδίδοντας τη χώρα, την οικονομία της και τους πόρους της στον βορειαμερικανικό ιμπεριαλισμό

Οι υποτιθέμενες «αποδείξεις»

Η Βενεζουέλα άνοιξε, πραγματικά, τα τεράστια αποθέματα πετρελαίου της σε ξένη ιδιωτική εκμετάλλευση και πώληση.

Η Βενεζουέλα ξεκίνήσε μια διαδικασία «συμφιλίωσης» με τη δεξιά αντιπολίτευση, η οποία περιλαμβάνει την απελευθέρωση 2.500 κρατουμένων που είχαν καταδικαστεί για προδοσία και βία.

Αμερικανοί αξιωματούχοι έγιναν δεκτοί στο Παλάτι του Μιραφλόρες με χαμόγελα και μουσική συνοδεία, κάτι που συνήθως επιφυλάσσεται για συμμάχους και φίλους.

Η πραγματικότητα: ένας νέος συσχετισμός  δυνάμεων

Από τις 3 Ιανουαρίου, η συσχέτιση δυνάμεων έχει αλλάξει ριζικά.  Η μεγαλύτερη περιφερειακή ναυτική δύναμη του Πολεμικού Ναυτικού των Ηνωμένων Πολιτειών στην ιστορία παρέμενε αναπτυγμένη στα ανοιχτά των ακτών της Βενεζουέλας.

Κανείς δεν σπεύδει να βοηθήσει τη Βενεζουέλα. Αν κοιτάξει κανείς την περιοχή, θα δει ότι οι δεξιές κυβερνήσεις της Αργεντινής, της Παραγουάης, του Εκουαδόρ, του Ελ Σαλβαδόρ, του Περού και της Βολιβίας χαιρετίζουν ανοιχτά την επίθεση. Οι προοδευτικές κυβερνήσεις της Βραζιλίας, της Κολομβίας και του Μεξικού περιορίστηκαν σε ρητορικές καταδίκες.

Η στρατηγική στήριξη της Ρωσίας και της Κίνας, παρότι υπήρξε σημαντική τα προηγούμενα χρόνια, αποδείχθηκε ανεπαρκής για να αποτρέψει την ιμπεριαλιστική επιθετικότητα και παρέμεινε κυρίως σε επίπεδο δηλώσεων. Κάθε χώρα έχει τις δικές της στρατηγικές στρατιωτικές προτεραιότητες.

Επιπλέον, μια άμεση στρατιωτική επέμβαση θα ενείχε τον κίνδυνο πρόκλησης παγκόσμιου πολέμου. Και, λόγω της μεγάλης γεωγραφικής απόστασης, οι χώρες αυτές δεν διαθέτουν στρατιωτικές δυνάμεις στην περιοχή ικανές να στηρίξουν μια τέτοια σύγκρουση.

Οι συμφωνίες που διαμορφώνονται μεταξύ Καράκας και Ουάσινγκτον αποτελούν έναν πικρό αλλά αναγκαίο συμβιβασμό. Σύμφωνα με τους όρους τους, η Βενεζουέλα έχει παραχωρήσει στις Ηνωμένες Πολιτείες σημαντικό έλεγχο πάνω στις εξαγωγές πετρελαίου της, επιστρέφοντας σε ένα σύστημα αδειών παρόμοιο με εκείνο που ίσχυε παλαιότερα για την Chevron και άλλες εταιρείες πριν από την αυστηροποίηση του αποκλεισμού.

Αφού αποκτήσουν τις σχετικές άδειες, οι ξένες πετρελαϊκές εταιρείες δεν θα είναι πλέον υποχρεωμένες να παραχωρούν πλειοψηφικό μερίδιο στο κράτος, όπως συνέβαινε στις προηγούμενες κοινοπραξίες. Οι φόροι θα μειωθούν και οι εταιρείες θα μπορούν να πωλούν το πετρέλαιό τους στις διεθνείς αγορές χωρίς να είναι υποχρεωμένες να το διαθέτουν πρώτα στην κρατική εταιρεία πετρελαίου της Βενεζουέλας, Petróleos de Venezuela S.A. (PDVSA).

Σε αντάλλαγμα, το Υπουργείο Ενέργειας των Ηνωμένων Πολιτειών έχει αρχίσει να εμπορεύεται το βενεζουελάνικο αργό πετρέλαιο με τη βοήθεια εμπόρων πρώτων υλών και τραπεζών, ενώ η Ουάσινγκτον διεκδικεί την εξουσία να καθορίζει ποιες εταιρείες μπορούν να συμμετάσχουν στην ανοικοδόμηση της ενεργειακής υποδομής της χώρας.

Στο πλαίσιο αυτής της συμφωνίας, για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες και χωρίς να έχει λόγο στη διαδικασία, το βενεζουελάνικο πετρέλαιο φέρεται να μεταφέρεται — σύμφωνα με πληροφορίες — από ξένα δεξαμενόπλοια προς το Ισραήλ, μια χώρα με την οποία η Βενεζουέλα δεν διατηρεί καμία σχέση.

Σε αντάλλαγμα, η Βενεζουέλα απέκτησε πρόσβαση στα έσοδα από τις πωλήσεις πετρελαίου της μέσω δύο κρατικών επενδυτικών ταμείων στο εξωτερικό, τα οποία βρίσκονται ουσιαστικά υπό τον έλεγχο των Ηνωμένων Πολιτειών. Τα ταμεία αυτά, αν και τελούν υπό αμερικανική εποπτεία, παρέχουν κάτι που είχε στερηθεί η χώρα για χρόνια εξαιτίας του καθεστώτος των κυρώσεων: πόρους για επενδύσεις στην υγεία, την εκπαίδευση και τις υποδομές.Η συμφωνία είναι εκμεταλλευτική και ταπεινωτική, και ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, την έχει περιγράψει ανοιχτά λέγοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες «παίρνουν όλο το πετρέλαιο». Παρ’ όλα αυτά, διατηρεί ζωντανό το κράτος της Βενεζουέλας.

Αποτελεί αυτό άρνηση της κυριαρχίας της Βενεζουέλας όσον αφορά τις αποφάσεις της στον πετρελαικό τομέα; Σε ένα βαθμό, ναι. Όμως τα βασικά χαρακτηριστικά της συμφωνίας συνάδουν με τη μακροπρόθεσμη επιθυμία της Βενεζουέλας να ανασυγκροτήσει τις εξαγωγές πετρελαίου προς τις Ηνωμένες Πολιτείες και μοιάζουν με όσα, σύμφωνα με πληροφορίες, ο ίδιος ο Μαδούρο προσέφερε στις διαπραγματεύσεις με την κυβέρνηση Τραμπ. Αυτό περιλαμβάνει μια πρόταση για την επαναλειτουργία της εκμετάλλευσης και της ιδιοκτησίας βορειοαμερικανικών πετρελαϊκών εταιρειών με αντάλλαγμα την άρση των κυρώσεων. Αυτό επίσης συμφωνεί με τις πληροφορίες του Βραζιλιάνου δημοσιογράφου Μπρένο Άλτμαν. Βασιζόμενος σε συνομιλίες με τον γιο του Μαδούρο, Νικολάς Μαδούρο Γκέρα, ο Άλτμαν ανέφερε: «[Ο Μαδούρο] είναι ενήμερος και το μήνυμά του είναι πάντα υποστηρικτικό προς την εκτελούσα χρέη προέδρου, Ντέλσι Ροντρίγκες».

Γεγονός είναι ότι η πετρελαϊκή υποδομή της Βενεζουέλας κατασκευάστηκε κυρίως για να τροφοδοτεί την αγορά των Ηνωμένων Πολιτειών, και η υποδομή των διυλιστηρίων στον νότο των Ηνωμένων Πολιτειών δημιουργήθηκε σε μεγάλο βαθμό για την επεξεργασία του βενεζουελάνικου αργού πετρελαίου. Από καθαρά οικονομική σκοπιά, οι δύο χώρες παραμένουν φυσικοί εμπορικοί εταίροι, παρά την ιδεολογική τους αντιπαράθεση. Ακόμη και υπό τον Τσάβες, οι Ηνωμένες Πολιτείες αγόραζαν το 60% των πετρελαϊκών εξαγωγών της Βενεζουέλας κατά το μεγαλύτερο μέρος της προεδρίας του, γεγονός που αποτελούσε το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων της χώρας. Ακόμη και η απαλλοτρίωση των πετρελαϊκών έργων ξένης ιδιοκτησίας στη Βενεζουέλα υιοθετήθηκε από τον Τσάβες όχι κυρίως για λόγους αρχής, αλλά ως αντίδραση σε απόπειρες σαμποτάζ και στην επιδείνωση των σχέσεων με εκείνες τις εταιρείες που απέρριψαν τους όρους του και εγκατέλειψαν τη χώρα.

Στην ουσία, οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν ήδη συνθλίψει τη βενεζουελάνικη πετρελαϊκή βιομηχανία με καταστροφικές συνέπειες. Αρχικά, οι πετρελαϊκές εταιρείες εμπόδισαν την πώληση ανταλλακτικών και μοναδικών τεχνολογιών που ήταν απαραίτητες για τη συντήρηση της εγκαταλελειμμένης υποδομής. Στη συνέχεια ακολούθησε μια δεκαετία χρηματοοικονομικών και εμπορικών κυρώσεων, η δέσμευση των λογαριασμών της στο εξωτερικό (μερικοί από τους οποίους εξακολουθούν, παραδόξως, να βρίσκονται στα χέρια του Χουάν Γκουαϊδό) και, τέλος, ένας κυριολεκτικός πετρελαϊκός αποκλεισμός. Η οικονομία της Βενεζουέλας στο σύνολό της επηρεάστηκε σοβαρά από αυτή την απώλεια εσόδων, με ανεξέλεγκτο πληθωρισμό, έλλειψη συναλλάγματος και κατάρρευση άλλων βιομηχανιών. Αυτή είναι η πραγματική αιτία της μετανάστευσης από τη Βενεζουέλα. Η εισροή δισεκατομμυρίων εσόδων στην οικονομία της Βενεζουέλας, ακόμη και υπό αυτές τις άδικες συνθήκες πολιορκίας, θα οδηγήσει αναμφίβολα σε βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης. Αναμένεται ότι εκατομμύρια άνθρωποι θα συμμετάσχουν στη λαϊκή διαβούλευση της Βενεζουέλας στις 8 Μαρτίου, ψηφίζοντας για την επιλογή 36.000 κοινοτικών πρωτοβουλιών — από την αναβάθμιση δημόσιων υπηρεσιών έως οικονομικά έργα — προς χρηματοδότηση από την κυβέρνηση.

Η συμφωνία με την κυβέρνηση Τραμπ οδήγησε επίσης τη Βενεζουέλα να χορηγήσει αμνηστία σε περισσότερους από 5.000 ανθρώπους και να απελευθερώσει χιλιάδες κρατουμένους. Σε αυτούς περιλαμβάνονται περίπου 800 άτομα που είχαν καταδικαστεί για διάφορα αδικήματα που σχετίζονται με απόπειρες ανατροπής της κυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένων βίαιων ενεργειών. Δεν θα απελευθερωθούν όσοι έχουν καταδικαστεί για ανθρωποκτονία και «σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων» ή «εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας». Αυτή η αμνηστία, που σε ορισμένους κύκλους καταγγέλλεται ως απελευθέρωση «πολιτικών κρατουμένων», μπορεί να γίνει καλύτερα κατανοητή ως μια στρατηγική αποσυμπίεση. Αφαιρεί περαιτέρω ένα πρόσχημα για ανθρωπιστική επέμβαση, απομονώνει τα πιο αδιάλλακτα τμήματα της ακροδεξιάς αντιπολίτευσης και δείχνει ότι το μπολιβαριανό κράτος διατηρεί την εξουσία να καθορίζει την προσέγγιση των δικών του δικαστικών διαδικασιών. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι η κυβέρνηση της Βενεζουέλας ελπίζει επίσης ότι αυτό θα οδηγήσει στην αναγνώριση από άλλες κυβερνήσεις της περιοχής και του κόσμου. Από τις εκλογές του 2024, η κυβέρνηση δεν έχει καταφέρει να διατηρήσει κανονικές πολιτικές και εμπορικές σχέσεις με την πλειονότητα των κυβερνήσεων της περιοχής, με εξαίρεση την Κούβα, τη Νικαράγουα και ορισμένα μικρά κράτη της Καραϊβικής.

Διαπραγμάτευση υπό την απειλή όπλου: Μπρεστ-Λιτόφσκ στην Καραϊβική

Εδώ, η ιστορία της Ρωσικής Επανάστασης προσφέρει ένα απαραίτητο μάθημα. Το 1918, η νεαρή Σοβιετική Δημοκρατία βρέθηκε αντιμέτωπη με την προέλαση του γερμανικού αυτοκρατορικού στρατού, με έναν στρατό διαλυμένο και ανίκανο να προσφέρει αποτελεσματική αντίσταση. Ο Βλαντίμιρ Λένιν, παρά τις αντιρρήσεις των λεγόμενων «αριστερών κομμουνιστών», που απαιτούσαν έναν «επαναστατικό πόλεμο» για την υπεράσπιση ολόκληρης της επικράτειας, οδήγησε το νεαρό επαναστατικό κράτος στην υπογραφή της ταπεινωτικής Συνθήκης του Μπρεστ-Λιτόφσκ. Η συμφωνία αυτή παραχωρούσε τεράστια εδάφη, συμπεριλαμβανομένης ολόκληρης της Ουκρανίας και του 40%   της βιομηχανικής βάσης της Ρωσίας, στον γερμανικό ιμπεριαλισμό. Ήταν, από κάθε άποψη, μια τεράστια ήττα.

Οι επικριτές του Λένιν χαρακτήρισαν αυτή την κίνηση ως προδοσία της επανάστασης και, ιδιαίτερα, όλων των εργατών, αγροτών και καταπιεσμένων εθνοτήτων των παραχωρηθέντων εδαφών, οι οποίοι είχαν αγωνιστεί και θυσιάσει τα πάντα το 1917, μόνο και μόνο για να επιστρέψουν στον καπιταλισμό με τη Συνθήκη Ειρήνης του Μπρεστ-Λιτόφσκ.

Ωστόσο, ο Λένιν κατάλαβε αυτό που οι επικριτές του δεν κατάλαβαν: ο στόχος δεν ήταν να πεθάνει κανείς με αξιοπρέπεια, αλλά να διατηρήσει το πολιτικό εργαλείο της επανάστασης. Όπως αναστοχάστηκε αργότερα ο εκλιπών κομαντάντε Ούγκο Τσάβες μετά την αποτυχία της εξέγερσης του 1992: «Σήμερα πρέπει να υποχωρήσουμε για να προχωρήσουμε αύριο». Η συνθήκη παρείχε τον απαραίτητο χρόνο για να εδραιωθεί το σοβιετικό κράτος, να οικοδομηθεί ο Κόκκινος Στρατός και, τελικά, να ηττηθούν όχι μόνο η Γερμανική Αυτοκρατορία, αλλά και οι συνδυασμένες δυνάμεις της αντεπανάστασης και της ξένης επέμβασης. Η ιστορία δείχνει ότι όσοι κατηγόρησαν τον Λένιν ως προδότη το 1918 έκαναν λάθος. Όλα τα εδάφη που παραχωρήθηκαν επέστρεψαν στην ΕΣΣΔ λίγα χρόνια αργότερα.

Παρόλα αυτά, αυτό δεν ήταν το τέλος των υποχωρήσεων και των παραχωρήσεων. Αντιμέτωπος με τις συνθήκες λιμού που προκλήθηκαν κυρίως από τον εμφύλιο πόλεμο, ο Λένιν συνέβαλε στην παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας από βορειοαμερικανικές καπιταλιστικές φιλανθρωπικές οργανώσεις, ανέπτυξε σχέσεις με χώρες που μόλις  είχαν εισβάλει και αποκατέστησε βαθισίσ οικονομικούς και εμπορικούς δεσμούς με τον γερμανικό ιμπεριαλισμό. Εγκαταλείποντας τον «πολεμικό κομμουνισμό», οδήγησε το κράτος στη μαζική επανεισαγωγή καπιταλιστικών σχέσεων ιδιοκτησίας και προσκάλεσε ξένες επιχειρήσεις. Αυτό έθεσε τις βάσεις, για παράδειγμα, ώστε το σοβιετικό κράτος να συνάψει συμφωνίες με τη Ford Motor Company (υπό τη διεύθυνση του συμπαθούντος τον φασισμό Χένρι Φορντ) για τη δημιουργία εργοστασίου.

Αυτό που εφαρμόζει σήμερα η κυβέρνηση, μέσω της Ντέλσι Ροντρίγκες, πρέπει να ιδωθεί υπό αυτό το πρίσμα. Καθισμένη απέναντι από τον υπουργό Ενέργειας των Ηνωμένων Πολιτειών, Κρις Ράιτ, και υποδεχόμενη τον διευθυντή της CIA, Τζον Ράτκλιφ, στο Μιραφλόρες, δεν πρόκειται για πράξεις συνθηκολόγησης, αλλά για επιβίωση υπό συνθήκες ακραίου εξαναγκασμού. Το αν χαμογελά ή ανταλλάσσει την ίδια τελετουργική υποδοχή που προσφέρεται σε άλλες κρατικές επισκέψεις είναι άνευ σημασίας. Ο στόχος είναι να εγκαταλειφθεί ό,τι μπορεί να θυσιαστεί προσωρινά —ο έλεγχος του πετρελαίου, η πρόσβαση στην αγορά, ακόμη και (να αμνηστευθουν) 800 άτομα καταδικασμένα για βίαια εγκλήματα— ώστε να διατηρηθεί αυτό που δεν μπορεί να αντικατασταθεί: το επαναστατικό κράτος, το κόμμα και οι ζωές των ηγετικών του στελεχών, που έχουν διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη συνοχή του μπολιβαριανού εγχειρήματος στο σύνολό του. Με αυτή τη βάση διατηρημένη, μια υποχώρηση σήμερα μπορεί να μετατραπεί σε ένα βήμα προς τα εμπρός στο μέλλον.

Ισχυρισμός 3: Στον τομέα των εξωτερικών σχέσεων, οι ηγέτες της Βενεζουέλας έχουν εγκαταλείψει τον ιστορικό τους αντιιμπεριαλισμό.

Οι υποτιθέμενες «αποδείξεις»

Όταν οι βορειοαμερικανικές και ισραηλινές δυνάμεις επιτέθηκαν στο Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου 2026, η Γραμματεία Εξωτερικών Σχέσεων της Βενεζουέλας εξέδωσε μια προσεκτικά διατυπωμένη ανακοίνωση, στην οποία, εκτός από την καταδίκη της επίθεσης, καταδίκαζε επίσης τα «αδικαιολόγητα» αντίποινα που πραγματοποίησε το Ιράν εναντίον των κρατών του Κόλπου που φιλοξενούν βορειοαμερικανικές βάσεις. Η δήλωση αυτή αργότερα διαγράφηκε.

Η Ντέλσι Ροντρίγκες δημοσίευσε μια δήλωση στην οποία εξέφραζε την «αλληλεγγύη» της προς το Κατάρ, έπειτα από τηλεφωνική επικοινωνία με τον εμίρη του, έναν στενό σύμμαχο των Ηνωμένων Πολιτειών. Δεν εκδόθηκε καμία δήλωση αλληλεγγύης προς το Ιράν.


Η πραγματικότητα: η Βενεζουέλα συνεχίζει να βρίσκεται υπό πίεση και θέλει να διατηρήσει τη σχέση της με το Κατάρ

Αυτή η κριτική παραβλέπει ότι η σχέση με το Κατάρ έχει διαδραματίσει ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο για τη Βενεζουέλα τα τελευταία χρόνια. Στην πραγματικότητα, το Κατάρ έχει φιλοξενήσει τα κρατικά επενδυτικά ταμεία της Βενεζουέλας και, ως εκ τούτου, ελέγχει την πρόσβαση της χώρας στα ίδια της τα πετρελαϊκά έσοδα εκεί. Το Κατάρ υπήρξε επίσης διαμεσολαβητής και οικοδεσπότης των τελευταίων γύρων διαπραγματεύσεων μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Βενεζουέλας. Η Βενεζουέλα είχε ευχαριστήσει δημόσια το Κατάρ, ιδιαίτερα για τον ρόλο του στην απελευθέρωση του πολιτικού κρατούμενου  Άλεξ Σάαμπ από τις βορειοαμερικανικές φυλακές.

Πάνω απ’ όλα, αυτή η κριτική παραβλέπει ότι η Βενεζουέλα εξακολουθεί να βρίσκεται υπό την άμεση απειλή εξόντωσης από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Κάθε λέξη και κάθε δήλωση εξακολουθούν να υπόκεινται στον αυστηρότερο έλεγχο, δεδομένων των διακυβευμάτων. Ο διευθυντής της CIA, Ratcliffe, έχει προειδοποιήσει προσωπικά τους αξιωματούχους της Βενεζουέλας ότι οποιαδήποτε συμφωνία θα απορριφθεί εάν χρησιμεύσει ως «ασφαλές καταφύγιο» για τους αντιπάλους των Ηνωμένων Πολιτειών. Σε μια τέτοια κατάσταση, η διπλωματία δεν είναι μια έκφραση γνήσιας πίστης, αλλά ένα εργαλείο για τη διατήρηση της κυρίαρχης ύπαρξης.

Οι επίσημες σχέσεις μεταξύ Καράκας και Τεχεράνης παραμένουν άθικτες, αλλά η διακήρυξη αλληλεγγύης προς το Ιράν εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών σε αυτόν τον μεγάλης κλίμακας πόλεμο όχι μόνο θα διέκοπτε μια σχέση με το Κατάρ που έχει καταστεί αρκετά σημαντική, αλλά θα παρείχε επίσης στην Ουάσινγκτον ένα πρόσχημα για ένα δεύτερο κύμα επιθέσεων, πολύ πιο καταστροφικών.

Ποια είναι πραγματικά η  Ντέλσυ Ροντρίγκες;

Μεγάλο μέρος του αφηγήματος της «προδοσίας» έχει επικεντρωθεί στην προσωρινή πρόεδρο Ντέλσυ Ροντρίγκες. Αυτό στερείται πραγματικών αποδείξεων, φαίνεται εντελώς ψευδές και είναι μια κλασική τακτική της στρατιωτικής στρατηγικής και των ψυχολογικών επιχειρήσεων των Ηνωμένων Πολιτειών.

Τα επαναστατικά διαπιστευτήρια της οικογένειας Ροντρίγκες  είναι χαραγμένα με αγώνα και  αίμα. Ο πατέρας της Ντέλσυ  και του αδελφού της Χόρχε  (προέδρου της Εθνοσυνέλευσης) ήταν ο Χόρχε Αντόνιο Ροντρίγκες, ηγέτης της Liga Socialista, μιας μαρξιστικής-λενινιστικής οργάνωσης που είχε εκπαιδευτεί στην Κούβα. Βασανίστηκε και δολοφονήθηκε από το καθεστώς του Punto Fijo το 1976, σε στενό συντονισμό με τη CIA, όταν η Ντέλσυ ήταν επτά ετών. Τόσο η Ντέλσυ όσο και ο αδελφός της  Χόρχε  προέρχονται από αυτή την παράδοση παράνομης και μαζικής πάλης για τον σοσιαλισμό. Ο ίδιος ο πρόεδρος Μαδούρο  υπήρξε στέλεχος της ίδιας οργάνωσης.

Αφού η Ντέλσυ Ροντρίγκες  επέστρεψε στη Βενεζουέλα μετά τις σπουδές της στο εξωτερικό, εντάχθηκε στο τσαβιστικό κίνημα και στην κυβέρνηση μαζί με τον αδελφό της, και οι δύο έγιναν οι κύριοι σύμβουλοι του Mαδούρο καθώς και οι πιο έμπιστοι διαπραγματευτές και εκπρόσωποί του στα πιο ευαίσθητα εσωτερικά και διεθνή ζητήματα. Η ίδια δήλωσε ότι η οικοδόμηση της μπολιβαριανής επανάστασης θα αποτελούσε εκδίκηση για τη δολοφονία του πατέρα της, μια μορφή δικαιοσύνης. Το να υπονοεί κανείς ότι υπήρξε προδοσία μεταξύ τους ή συνθηκολόγηση που προήλθε από δειλία ή οπορτουνισμό σημαίνει ότι αγνοεί τέσσερις δεκαετίες κοινής πολιτικής διαμόρφωσης και θυσιών.

Στην πρώτη του δήλωση στις 3 Ιανουαρίου, ο Trump υπαινίχθηκε ότι η Ντέλσυ Ροντρίγκες είχε εκφράσει την πρόθεσή της να συνεργαστεί με τις Ηνωμένες Πολιτείες και να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις τους. Κάποιοι στην αριστερά τον πίστεψαν, ερμηνεύοντας αυτό ως ένδειξη συνθηκολόγησης. Η συνέντευξη Τύπου της ίδιας ημέρας επανεπιβεβαίωσε την κυριαρχία της Βενεζουέλας και τις δικές της απαιτήσεις προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, συμπεριλαμβανομένης της απελευθέρωσης του προέδρου Μαδούρο. Την επόμενη ημέρα, αφού προήδρευσε σε συνεδρίαση της ηγεσίας του κόμματος και του κράτους, στην οποία επιβεβαιώθηκε επίσης η ενότητα του στρατού, δημοσίευσε μήνυμα με το οποίο καλούσε την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών να συνεργαστεί με τη Βενεζουέλα για την ειρήνη και την ανάπτυξη, αλλά στο πλαίσιο της κυριαρχίας και της ισότητας.

Η δήλωση αυτή αντανακλούσε όλες τις δηλώσεις που είχε κάνει ο Mαδούρο στο παρελθόν και κατά τη διάρκεια των ετών έντασης με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο ίδιος ζητούσε συνεχώς διπλωματία και άμεσες διαπραγματεύσεις υψηλού επιπέδου για να αποφευχθεί ένας ολοκληρωτικός πόλεμος, και είχε ήδη προτείνει συνολικές οικονομικές συμφωνίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες για τους πετρελαϊκούς και ορυκτούς πόρους της Βενεζουέλας. Αναμφίβολα, οποιαδήποτε τέτοια συμφωνία θα εξαρτιόταν από τη μείωση και τον περιορισμό των στρατηγικών συμμαχιών με τους λεγόμενους «αντιπάλους των Ηνωμένων Πολιτειών», συμπεριλαμβανομένων του Ιράν, της Ρωσίας και της Κίνας. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι καθεμία από αυτές τις χώρες θα το κατανοούσε, δεδομένου ότι έχουν λάβει παρόμοιες δύσκολες τακτικές αποφάσεις στην πρόσφατη ιστορία για λόγους αυτοσυντήρησης και εθνικών συμφερόντων. Ωστόσο, η Ντέλσυ Ροντρίγκες  έχει δηλώσει επανειλημμένα ότι η Βενεζουέλα θα συνεχίσει να αναπτύσσει σχέσεις με τους λαούς όλων των χωρών.

Εάν η κυβέρνηση της Βενεζουέλας υπό την Ντέλσυ Ροντρίγκες  υπέγραφε μια συμφωνία παρόμοια με εκείνη που είχε προτείνει ο Μαδούρο, αλλά τώρα με τον Mαδούρο απαχθέντα, αυτό δεν θα αποτελούσε προδοσία. Φυσικά, αυτό εγείρει το ερώτημα γιατί ο Tραμπ  αποφάσισε να απαγάγει τον Μαδούρο, αλλά αυτό σχετίζεται περισσότερο με τη διατήρηση της εικόνας του ως «σκληρού» παρά με κάποια ουσιαστική πολιτική διαφορά. Τις εβδομάδες πριν από τις 3 Ιανουαρίου, ορισμένα τμήματα των κυρίαρχων μέσων ενημέρωσης χλεύαζαν ιδιαίτερα τον Tραμπ, χαρακτηρίζοντάς τον «χαμένο» αν κατέληγε σε συμφωνία που θα άφηνε τον Mαδούρο στην εξουσία. Χρειαζόταν ένα τρόπαιο και ήθελε να εμφανιστεί ως ο ισχυρός άνδρας που μπορούσε να επιβάλει όρους σε οποιονδήποτε. Ο Tραμπ διακηρύσσει τη νίκη, λέγοντας ότι «εμείς έχουμε τον έλεγχο». Το κάνει κυρίως για εσωτερικούς πολιτικούς λόγους. Αυτό όμως δεν το καθιστά πραγματικότητα. Ανίκανος να επιτύχει μια πραγματική αλλαγή καθεστώτος, ουσιαστικά χρησιμοποιεί λόγια για να δηλώσει ψευδώς ότι «το καθεστώς έχει αλλάξει».

Από την πλευρά της, η Ντέλσυ Ροντρίγκες  έχει δηλώσει ότι η επιστροφή του Mαδούρο και της Φλόρες παραμένει ο κεντρικός στόχος των διαπραγματεύσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Το καθήκον της διεθνούς αλληλεγγύης

Για τις δυνάμεις της αριστεράς εκτός Βενεζουέλας, η παρούσα στιγμή απαιτεί σαφήνεια σχετικά με το τι σημαίνει αλληλεγγύη. Δεν σημαίνει να υποστηρίζεις ή να υπερασπίζεσαι κάθε δήλωση της βενεζουελάνικης κυβέρνησης, δεδομένων των συνθηκών υπό τις οποίες λειτουργεί σήμερα. Αλλά ούτε σημαίνει να απαιτείς από τους ηγέτες της Βενεζουέλας να αυτοκαταστραφούν σε μια επίδειξη επαναστατικής «καθαρότητας» ή τιμής. 

Δεν σημαίνει να αναπαράγεις την βορειοαμερικανική προπαγάνδα περί «διαιρέσεων» και «προδοτών» χωρίς αποδείξεις. Δεν σημαίνει να κρίνεις κάθε τακτική απόφαση με ένα αφηρημένο μέτρο που κανένα επαναστατικό εγχείρημα στην ιστορία δεν έχει ποτέ ικανοποιήσει.

Η αλληλεγγύη σημαίνει να κατανοείς ότι η Ντέλσυ Ροντρίγκες, καθισμένη μπροστά στους εκπροσώπους μιας αυτοκρατορίας που για μεγάλο χρονικό διάστημα έχει στοχοποιήσει την οικογένειά της, εμπλέκεται στον πιο δύσκολο τύπο επαναστατικής εργασίας: την επιβίωση υπό συνθήκες μέγιστης πίεσης, με το μέλλον 30 εκατομμυρίων ανθρώπων να βρίσκεται σε κίνδυνο. Στόχος της είναι η διατήρηση ενός έργου που έχει μετασχηματίσει το κράτος της Βενεζουέλας, έχει αποκαταστήσει την ανεξαρτησία της χώρας, έχει θεσπίσει εντυπωσιακές κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, έχει δημιουργήσει έναν κοινοτικό τομέα και έχει αντισταθεί σε μια συνεχή οικονομική, στρατιωτική και πολιτική επινόηση από την αυτοκρατορία σε ένα πλαίσιο παγκόσμιας απομόνωσης και μιας εποχής αντεπανάστασης. Η συμμετοχή στο επαναστατικό μαρτύριο σε αυτό το πλαίσιο δεν θα έφερνε κανένα αποτέλεσμα, αλλά θα οδηγούσε στην εξάλειψη της αριστεράς της Βενεζουέλας και θα καθυστερούσε την επανάσταση στη χώρας για γενιές.

Η επανάσταση δεν έχει τελειώσει. Έχει προσωρινά υποχωρήσει, έχει επανασυνταχθεί και αγωνίζεται με άλλα μέσα. Η ανάσα που επιτεύχθηκε χάρη σε αυτές τις διαπραγματεύσεις, όσο και να έχει κοστίσει, παρέχει τις συνθήκες για μελλοντικές προόδους.

Ο Νικολάς Μαδούρο εξακολουθεί να είναι ο νόμιμος πρόεδρος της Βενεζουέλας, ακόμα κι αν βρίσκεται άδικα σε κελί, στερημένος ακόμη και από τη δυνατότητα να πληρώσει τη νομική του υπεράσπιση. Το πετρέλαιο που ρέει προς βορρά βάσει αυτής της συμφωνίας δεν είναι φόρος, αλλά διάσωση, πληρωμένη για να εξασφαλίσει τη ζωή του λαού της Βενεζουέλας και τη συνέχεια του σοσιαλιστικού κράτους. Όταν αλλάξει η πίεση των δυνάμεων, και θα αλλάξει, η Βενεζουέλα θα αγωνιστεί για να ανακτήσει ό,τι έχει προσωρινά εξάγει ο ιμπεριαλισμός.

Δεν πρόκειται να πεθάνει κανείς για την επανάσταση, αλλά να ζήσει και να κάνει την επανάσταση.

* Ο Manolo De Los Santos είναι ερευνητής και πολιτικός ακτιβιστής που επί δέκα χρόνια δραστηριοποιήθηκε σε προγράμματα αλληλεγγύης και εκπαίδευσης κατά των παράνομων κυρώσεων των ΗΠΑ. Έζησε και εργάστηκε στην Cuba, συμβάλλοντας στη δημιουργία διεθνών δικτύων λαϊκών κινημάτων. Το 2018 ίδρυσε και διευθύνει το The People’s Forum στη New York City, ενώ συνεργάζεται με το Tricontinental: Institute for Social Research και είναι fellow στο Globetrotter / Peoples Dispatch.



🔔 Εγγραφείτε στο κανάλι μας στο Telegram 👉 https://t.me/prensarbeldegr

Διαρκής εναλλακτική ενημέρωση Prensa Rebelde GR   /   Todos Somos Venezuela GR   /  REDH GR / La Red Solid@ria Griega