Κυριακή 24 Μαΐου 2026

Βενεζουέλα: Η υπόθεση του Άλεξ Σαάμπ και το δόγμα της περιορισμένης κυριαρχίας

Por
Geraldina Colotti

Resumen Latinoamericano 
19 de mayo de 2026

Στη Βενεζουέλα, τα γεγονότα της 3ης Ιανουαρίου 2026 σηματοδότησαν ένα πρωτοφανές σημείο ρήξης.

Μια επιχείρηση που διεξήχθη από ειδικές δυνάμεις των Ηνωμένων Πολιτειών, με τη συνδρομή βρετανικών και ισραηλινών δυνάμεων, εναντίον λιμανιών και στρατιωτικών εγκαταστάσεων προκάλεσε περισσότερα από εκατό θύματα μεταξύ στρατιωτών και αμάχων (ανάμεσά τους 32 Κουβανοί στρατιωτικοί), καταλήγοντας στην απαγωγή του προέδρου Νικολάς Μαδούρο και της βουλευτού Σίλια Φλόρες, συζύγου του. 

Η ενέργεια αυτή έθεσε τη Μπολιβαριανή Δημοκρατία σε κατάσταση βαριάς θεσμικής πίεσης και de facto επιτροπείας (για ορισμένους αναλυτές, ένα «προτεκτοράτο»), επιταχύνοντας εσωτερικές διεργασίες για τον καθορισμό των σχημάτων εξουσίας, της διαχείρισης των στρατηγικών πόρων και της σχέσης με τις δυτικές χρηματοπιστωτικές αγορές.

Μέσα σε αυτό το σκηνικό κυριαρχίας υπό αμφισβήτηση εντάσσεται η υπόθεση της αιφνίδιας έκδοσης και μεταφοράς στις Ηνωμένες Πολιτείες του Άλεξ Ναΐν Σάαμπ Μοράν, πρώην υπουργού Βιομηχανίας και Εθνικής Παραγωγής. Ο Σάαμπ υπήρξε στο επίκεντρο διεθνούς εκστρατείας για την απελευθέρωσή του, η οποία αναπτύχθηκε και στην Ιταλία, χώρα καταγωγής της συζύγου του, Καμίλα Φάμπρι.

Ο Σάαμπ συνελήφθη για πρώτη φορά στις 12 Ιουνίου 2020 στο Πράσινο Ακρωτήριο, ενώ κατευθυνόταν προς το Ιράν σε αυτό που το Καράκας περιέγραψε ως ανθρωπιστική αποστολή. Εκδόθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες τον Οκτώβριο του 2021, παρά τα επανειλημμένα αιτήματα της Βενεζουέλας για την απελευθέρωσή του, τις καταγγελίες περί παραβίασης της διπλωματικής του ασυλίας και τον χαρακτηρισμό της κράτησης ως απαγωγής. Η διαδικασία ήταν γεμάτη παρατυπίες: η κλήτευση εκδόθηκε 24 ώρες μετά τη σύλληψη, δεν υπήρχε συνθήκη έκδοσης με τις ΗΠΑ, ενώ τόσο η ECOWAS όσο και η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ ζήτησαν χωρίς επιτυχία την απελευθέρωσή του.

Για περισσότερο από έναν χρόνο, ο διπλωμάτης υπέστη ακραίες συνθήκες κράτησης — κελί 3×3 μέτρων, υψηλές θερμοκρασίες, ξυλοδαρμούς, έλλειψη φωτός και ιατρικής περίθαλψης — και τον Οκτώβριο του 2021 εκδόθηκε στο Μαϊάμι. Εκεί, σε ασφαλές καταφύγιο της CIA, υποβλήθηκε σε βασανιστήρια με νερό ώστε να εξαναγκαστεί να συνεργαστεί εναντίον του Μαδούρο. 

Τον Δεκέμβριο του 2023, ο Τζο Μπάιντεν χορήγησε χάρη στον Σάαμπ με αντάλλαγμα δέκα Αμερικανούς πολίτες, είκοσι κρατούμενους της βενεζουελανικής δεξιάς και την εδραίωση της Chevron στον πετρελαϊκό τομέα της Βενεζουέλας. Η ανταλλαγή αποκάλυψε τη μεγάλη αξία που είχε ο Σάαμπ για το Καράκας: για χάρη του καταβλήθηκε τίμημα δεκάδων ανθρώπων και πρόσβασης σε στρατηγικούς πόρους.

Το μέτρο της απέλασης, που εκτελέστηκε τώρα με εντολή της Υπηρεσίας Διοικητικής Ταυτοποίησης, Μετανάστευσης και Αλλοδαπών (SAIME), προκάλεσε σφοδρή διαμάχη ακόμη και μέσα στο ίδιο το επαναστατικό στρατόπεδο, φέρνοντας στο φως βαθιές τυπικές, διαδικαστικές και συνταγματικές ανωμαλίες που ανέδειξαν πολλοί αναλυτές.

Η κυβέρνηση δικαιολόγησε την πράξη με ανακοίνωση όπου αναφέρεται ότι η απέλαση αποφασίστηκε επειδή ο «Κολομβιανός» πολίτης (η αρχική υπηκοότητα του Σάαμπ) εμπλέκεται σε διάφορα αδικήματα στις Ηνωμένες Πολιτείες: ένα «δημόσιο, γνωστό και επικοινωνιακά τεκμηριωμένο γεγονός», όπως γράφτηκε, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις.

Από αυστηρά νομική σκοπιά — όπως επισημάνθηκε — αυτή η αιτιολόγηση συγκρούεται με τις θεμελιώδεις αρχές του βενεζουελανικού και διεθνούς δημοσίου δικαίου για διάφορους λόγους: πρώτον, το SAIME είναι ένα καθαρά διοικητικό όργανο ταυτοποίησης, χωρίς καμία δικαιοδοτική αρμοδιότητα για τη λήψη και εκτέλεση απόφασης έκδοσης. Ένα τέτοιο μέτρο απαιτεί διπλωματικά κανάλια και επίσημη διαδικασία ενώπιον του δικαστικού συστήματος, το μόνο αρμόδιο να εξετάζει ξένα αιτήματα διασφαλίζοντας το τεκμήριο αθωότητας και το δικαίωμα υπεράσπισης.

Δεύτερον, η διατύπωση περί «δημόσιου, γνωστού και επικοινωνιακά τεκμηριωμένου γεγονότος» δεν έχει καμία νομική αξία ως στοιχείο κατηγορίας. Το να βασίζεται μια έκδοση στη δημοσιογραφική απήχηση ή στην προπαγάνδα ξένων κρατών αποτελεί επικίνδυνο προηγούμενο, αντιγράφοντας τις ίδιες μεθοδεύσεις που ιστορικά χρησιμοποιήθηκαν εναντίον της Βενεζουέλας από διεθνείς οργανισμούς.

Ο πιο κρίσιμος κόμβος αφορά όμως την υπηκοότητα και τη θεσμική νομιμότητα. Η επίσημη θέση υποστηρίζει ότι ο Σάαμπ είναι Κολομβιανός πολίτης που κατείχε πλαστή ταυτότητα από το 2004 και ότι για τον λόγο αυτό δεν υπάρχει έγκυρος φάκελος στο SAIME.

Αυτό εγείρει αναπόφευκτα ερωτήματα για την ευθύνη των ίδιων των θεσμών: αν το έγγραφο ήταν πλαστό, πώς ήταν δυνατό να ανανεώνεται επί είκοσι χρόνια, επιτρέποντας ταυτόχρονα στον Σάαμπ να συμμετέχει σε δημόσιους διαγωνισμούς για κοινωνική κατοικία, να υποβάλει φορολογικές δηλώσεις στο SENIAT, να εντάσσεται στους επίσημους κρατικούς μηχανισμούς και ακόμη να ψηφίζει;

Επιπλέον, ο διορισμός του Σάαμπ ως Υπουργού Βιομηχανίας, που επικυρώθηκε επίσημα με το Διάταγμα αριθ. 5.021 της 18ης Οκτωβρίου 2024 και δημοσιεύθηκε  στο υπ. αριθ. 6.904 φύλλο της Εφημε΄ρίδας της Κυβέρνησης, έρχεται σε ανοιχτή παραβίαση του άρθρου 244 του βενεζουελανικού Συντάγματος, το οποίο απαιτεί ρητά βενεζουελανική υπηκοότητα για την άσκηση υπουργικών καθηκόντων. Η ίδια ασυμβατότητα επεκτείνεται και στις προηγούμενες διπλωματικές ιδιότητες, οι οποίες θεωρητικά αποκλείονται για αλλοδαπούς από τον Νόμο περί Εξωτερικής Υπηρεσίας.

Αν ο πρώην υπουργός τελούσε υπό εσωτερική έρευνα για απάτη και ξέπλυμα χρήματος, η εθνική νομολογία θα επέβαλλε τη διεξαγωγή κανονικής δίκης στο έδαφος όπου διαπράχθηκαν τα φερόμενα αδικήματα, δεδομένου του αυστηρά εδαφικού χαρακτήρα των ποινικών νόμων. Η απόφαση να παραδοθεί στα βορειοαμερικανικά δικαστήρια, παρακάμπτοντας τις συνήθεις διαδικασίες και υπό τη βαριά σκιά υποψιών για δραστηριότητα πληροφοριών και χειραγώγησης από τη CIA μετά την πρώτη απελευθέρωσή του τον Δεκέμβριο του 2023, δείχνει πώς οι πολιτικές σκοπιμότητες (που έχουν επιβληθεί) αντικατέστησαν τους κανόνες και τις εγγυήσεις του κράτους δικαίου. 

Για να γίνει κατανοητό το πραγματικό εύρος της παράδοσης του Άλεξ Σάαμπ, πρέπει να αναλυθεί ο μακροοικονομικός του ρόλος. Ο Σάαμπ δεν ήταν ένας απλός αξιωματούχος, αλλά ο πυρήνας του κυκλώματος εξωτερικού εμπορίου της Βενεζουέλας υπό καθεστώς πολυμερών κυρώσεων. Αν και δεν ήταν στατευμένος σοσιαλιστής  αλλά επιχειρηματίας λιβανέζικης καταγωγής, αποφάσισε να ρισκάρει περιουσία και σωματική ακεραιότητα για να υπηρετήσει τη μπολιβαριανή υπόθεση.

Εκμεταλλευόμενος δίκτυα εταιρειών και offshore λογαριασμών διασκορπισμένων στην Τουρκία, το Χονγκ Κονγκ, την Ελβετία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και τον Παναμά, οργάνωσε τη σύνθετη εφοδιαστική αλυσίδα για τη Μεγάλη Αποστολή Στέγασης της Βενεζουέλας και για τη διανομή τροφίμων των επιτροπών CLAP στις πιο δύσκολες στιγμές απομόνωσης της χώρας.

Η στρατηγική του αξία βρισκόταν στην ικανότητά του να διακινεί χρυσό και υδρογονάνθρακες παρακάμπτοντας τους δυτικούς αποκλεισμούς, διατηρώντας ενεργά εναλλακτικά εμπορικά κανάλια με πολυεθνικές και βορειοαμερικανικούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς (όπως η Chevron ή η JP Morgan), που χρειάζονταν να παραμείνουν συνδεδεμένοι με τη βενεζουελανική ενεργειακή πρόσοδο παρά τις κυρώσεις.

Μεταξύ 2025 και 2026, η Βενεζουέλα κατέγραψε σημαντική οικονομική ανάπτυξη, με αύξηση του ΑΕΠ κατά 8,66% το 2025 και προβλέψεις για 12%  το 2026, συνοδευόμενη από μερική επιστροφή δυτικών προϊόντων στα εμπορικά κυκλώματα. Αυτή η ανάκαμψη κατέστη δυνατή ακριβώς χάρη στην ύπαρξη αυτών των παράλληλων μηχανισμών συναλλαγών, οι οποίοι όμως είναι εξαιρετικά δαπανηροί για χώρες υπό κυρώσεις, επειδή τις αναγκάζουν να πωλούν τα προϊόντα τους σε χαμηλές τιμές ώστε να αντισταθμίζουν τον κίνδυνο των αγοραστών. Μηχανισμοί που η Ουάσιγκτον αποφάσισε να συντρίψει διά της βίας, όπως φαίνεται από τη Μέση Ανατολή έως τη Βενεζουέλα και την Κούβα.

Όπως παρατηρεί ο αναλυτής  Ντιέγκο Eρτσόρεν , η απέλαση του Σάαμπ δεν ανταποκρίνεται απλώς σε μια εσωτερική εκκαθάριση, αλλά στην επιβολή μιας δομικής μετάβασης των ξένων αποδεκτών του ενεργειακού πλούτου της χώρας. Η σιδηρά πίεση πάνω στη μπολιβαριανή κυβέρνηση αντανακλά επίσης τη σύγκρουση εντός του βορειοαμερικανικού χρηματοπιστωτικού τομέα για τον έλεγχο των εξορυκτικών περιουσιακών στοιχείων, όπου αντιπαρατίθενται τα συμφέροντα της JP Morgan, μέσω της Dalinar Energy, και του fund Amber Energy, υπό τον Πολ Σίνγκερ.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι συμφωνίες και τα λογιστικά κανάλια που χάραξε ο Σάαμπ, προσαρμοσμένα στην προηγούμενη διακυβέρνηση Μαδούρο και στις παλιές συμφωνίες με την κυβέρνηση Μπάιντεν, έχουν μετατραπεί σε εμπόδιο για τη νέα διαμόρφωση εξουσίας. 

Η παράδοση του Σάαμπ «καθαρίζει το τραπέζι» από τους παλιούς διαμεσολαβητές και προσφέρει στην βορειοαμερικανική εισαγγελία ένα τεράστιο πληροφοριακό απόθεμα για τις παγκόσμιες διαδρομές παράκαμψης του αποκλεισμού, ενώ ο επιτετραμμένος των ΗΠΑ στο Καράκας διαχειρίζεται ανοιχτά τις δυναμικές που αφορούν τα φάρμακα και τα οικονομικά μέτρα, ενισχύοντας την αίσθηση μιας χώρας υπό επιτροπεία.

Έτσι γίνονται κατανοητές και οι δηλώσεις της προσωρινής προέδρου Ντέλσι Ροντρίγκες σχετικά με την έκδοση. Κατά τη διάρκεια δημόσιας εκδήλωσης στην πρωτεύουσα, ανήμερα των γενεθλίων της, απάντησε σε δημοσιογράφο:

«Θέλω να πω στη Βενεζουέλα, σε όλους τους Βενεζουελάνους και όλες τις Βενεζουελάνες: κάθε απόφαση που λαμβάνει η εθνική κυβέρνηση θα γίνεται με γνώμονα το συμφέρον της Βενεζουέλας. Κάθε απόφαση που πήραμε από τότε που αναλάβαμε μετά τα γεγονότα της 3ης Ιανουαρίου έγινε για το συμφέρον της Βενεζουέλας, για την υπεράσπισή της. Δεν σκεφτόμαστε τίποτε άλλο παρά τα συμφέροντα, τα δικαιώματα, την προστασία της χώρας μας, την εξασφάλιση της ηρεμίας, της ειρήνης, της ανάπτυξης, του μέλλοντος των παιδιών μας, την εγγύηση της ελπίδας του λαού μας».

Την ίδια στιγμή, κάποιοι πολίτες της πρόσφεραν τούρτα γενεθλίων με τον χάρτη της Βενεζουέλας που περιλάμβανε και το Εσεκίμπο, τη διαφιλονικούμενη περιοχή με τη Συνεταιριστική Δημοκρατία της Γουιάνας, για την οποία πρόσφατα η ομάδα της Ντέλσι μετέβη στη Χάγη, έδρα του Διεθνούς Δικαστηρίου.

Η Ροντρίγκες δήλωσε ότι, όποια κι αν είναι η απόφαση του Δικαστηρίου, η Βενεζουέλα δεν θα την αναγνωρίσει, αφού η μόνη νόμιμη πυξίδα παραμένει η Συμφωνία της Γενεύης και η πρόταση προς τον λαό της Γουιάνας να λυθεί το ζήτημα χωρίς ξένες παρεμβάσεις που αποσκοπούν στην αποσταθεροποίηση της ηπείρου.

Τη Δευτέρα 18 Μαίου, η Βενεζουέλα διαμαρτυρήθηκε προς την κυβέρνηση του Τρινιντάντ και Τομπάγκο — ενός από τους βασικούς υπεύθυνους για το άνοιγμα του δρόμου προς την βορειοαμερικανική επίθεση — και ζήτησε να αναλάβει την ευθύνη για τις περιβαλλοντικές και οικονομικές ζημιές που προκλήθηκαν από διαρροή υδρογονανθράκων προερχόμενη από το γειτονικό νησί. 

Εν τω μεταξύ, ο Τραμπ, που θα ήθελε να εφαρμόσει το ίδιο «φάρμακο» και στην Κούβα, φαίνεται αποφασισμένος να σφίξει ακόμη περισσότερο τη θηλιά ώστε να μετατρέψει τη μπολιβαριανή δημοκρατία σε πραγματικό προτεκτοράτο. Πρώτος στόχος είναι να προκληθεί εσωτερικός κατακερματισμός, κάτι που ορισμένοι ριζοσπαστικοί ηγέτες προσπαθούν να αποτρέψουν με κάθε τρόπο.

Η διατήρηση του πολιτικού ελέγχου ώστε να αποφευχθεί μια σφαγή και η πλήρης κατοχή της χώρας υπήρξε το βασικό επιχείρημα της μπολιβαριανής ηγεσίας για το ότι «επέλεξε» να μην απαντήσει στρατιωτικά στην επίθεση της ισχυρότερης πυρηνικής δύναμης του πλανήτη. Η απέλαση του Σάαμπ και η διαχείριση αυτής της πολύπλοκης διαπραγμάτευσης υπό εκβιασμό αποκαλύπτουν ωστόσο γραμμές ρήξης μέσα στο πολιτικό τοπίο της Βενεζουέλας, χωρίζοντας τις αντιδράσεις σε τρία διαφορετικά στρατόπεδα.

Από τη μία πλευρά, η διακρατική άκρα δεξιά χειροκροτεί αυτό που αποκαλεί κατάρρευση του τσαβισμού. Δρώντας σαν επιτροπή αποικιακών επιχειρηματικών συμφερόντων, αυτή η πτέρυγα στήριξε τη στρατιωτική επέμβαση των αρχών του έτους και εκφράζει το νεοφιλελεύθερο όραμά της μέσω των λόγων της Μαρία Κορίνα Ματσάδο, η οποία, σε πρόσφατη διάλεξή της στο Χάρβαρντ, δήλωσε ότι το ασυγχώρητο έγκλημα του τσαβισμού ήταν πως δαπάνησε δημόσιους πόρους για να πολλαπλασιάσει τα δωρεάν πανεπιστήμια.

Προφανώς, για τη «sayona», όπως την αποκαλεί ο βενεζουελάνικος λαός, προτεραιότητα είναι να πολλαπλασιαστεί η επικερδής αγορά των ιδιωτικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Παράλληλα, φοιτητικές ομάδες της άκρας δεξιάς από το Κεντρικό Πανεπιστήμιο της Βενεζουέλας (UCV) επιχειρούν να εργαλειοποιήσουν μια δικαστική υπόθεση ώστε να επιβάλουν την ατζέντα της Ματσάδο, που στοχεύει στην ακυβερνησία της χώρας. 

Από την άλλη πλευρά, τα κριτικά ρεύματα της κοινοτικής και αγωνιστικής αριστεράς εκφράζουν βαθιά ανησυχία. Η θέση που διατύπωσε δημόσια ο Μάριο Σίλβα, βουλευτής του τσαβισμού και «μαρξιστής-λενινιστής» σχολιαστής, καταγγέλλει τον αποκλεισμό, την έλλειψη διαφάνειας και την τάση ανάθεσης των στρατηγικών αποφάσεων σε μια στενή πολιτική επιτροπή, αποκλείοντας τη λαϊκή συζήτηση μέσα στο PSUV και στο Μεγάλο Πατριωτικό Μέτωπο. 

Η μεγαλύτερη ανησυχία αφορά το προηγούμενο του Σάαμπ: το να επιτρέπεται σε μια δύναμη κατοχής να αποσπά πολίτη από το εθνικό έδαφος χωρίς συνταγματικές εγγυήσεις δημιουργεί ένα νομικό κενό που εκθέτει ολόκληρη την ηγετική ομάδα σε επιχειρήσεις απαγωγής από κομάντο της CIA και του FBI που δρουν υπό την κάλυψη της πρεσβείας. Και αυτές τις ημέρες σημειώθηκε η δολοφονία ενός μέλους των colectivos, ο οποίος είχε καλέσει σε αντίσταση, φερόμενος να σκοτώθηκε από ένοπλο στην Πουέρτο λα Κρους.

Τέλος, η επίσημη γραμμή της ηγεσίας υπερασπίζεται τη θεσμική στάση στο όνομα της προστασίας των εθνικών συμφερόντων. Πρόσωπα όπως η Ίρις Βαρέλα εκφώνησαν πύρινους λόγους εναντίον όσων αμφισβητούν τις επιλογές της ηγεσίας, προειδοποιώντας ότι η κριτική στις αποφάσεις της καταστρέφει την ενότητα του τσαβισμού, η οποία θεωρείται η μοναδική πραγματική διαπραγματευτική δύναμη που απομένει σε αυτή τη φάση διαμεσολάβησης υπό εκβιασμό.

Σε αυτή την οπτική, που προσωποποιείται από την πραγματιστική διαχείριση της Ντέλσι Ροντρίγκες, η μετάβαση και οι τακτικές παραχωρήσεις θεωρούνται αναγκαία βήματα για τη διατήρηση της συνέχειας του κράτους και τη διαχείριση των διαπραγματεύσεων που αποσκοπούν στην επιστροφή του Μαδούρο και της Σίλια στην πατρίδα, των οποίων η δίκη στις ΗΠΑ έχει οριστεί για τα τέλη Ιουνίου, πριν από εκείνη του ίδιου του Σάαμπ.

Στον πρώην διπλωμάτη, που δεν μπορεί να δικαστεί για τα ίδια αδικήματα για τα οποία του απονεμήθηκε χάρη από τον Μπάιντεν, έχουν εκδοθεί νέα εντάλματα σύλληψης. Θα πιεστεί να καταθέσει εναντίον του Μαδούρο ώστε να συμπαρασύρει όλη τη μπολιβαριανή κυβέρνηση στη λάσπη; Και τι θα συμβεί τότε;

Όπως κι αν το δει κανείς, ο ορίζοντας είναι σκοτεινός. 

Όμως το να φωνάζει κανείς «προδοσία» και να τροφοδοτεί τη βαβούρα των κοινωνικών δικτύων είναι άσκηση στείρα και επιζήμια. Πιο χρήσιμο, αν και οδυνηρό, είναι να αναλυθεί η σκληρή πραγματικότητα, ξεκινώντας από την παραδοχή ότι μια στρατιωτική ήττα είναι και πολιτική ήττα, σύμπτωμα επίσης μιας εσωτερικής αδυναμίας, οι ρίζες της οποίας πρέπει να αναζητηθούν όχι μόνο στη υλική φτωχοποίηση που προκάλεσαν οι εγκληματικές «κυρώσεις», αλλά και στην αποδυνάμωση του συλλογικού ιδεώδους και του κινήτρου.

Πρώτα η απαγωγή του προέδρου, με τις επακόλουθες υποψίες εσωτερικής προδοσίας, και τώρα η απέλαση του Σάαμπ αποκαλύπτουν επίσης τα όρια του αμυντικού δόγματος που υιοθέτησε το Καράκας τα τελευταία χρόνια. Όπως θυμίζει ο Ερτσορέν, κατά τις αποστολές του στο εξωτερικό, ο Σάαμπ είχε ξεκινήσει συζητήσεις με Ρώσους εταίρους για την τοπική παραγωγή drones στη Βενεζουέλα.

Ωστόσο, το κράτος, εκτός από το ότι επένδυσε περισσότερο σε κοινωνικά προγράμματα παρά σε όπλα, προτίμησε ιστορικά να δαπανά για συμβατικούς εξοπλισμούς, αφήνοντας χιλιάδες τυφέκια στις αποθήκες αντί να επενδύσει σε ασύμμετρη εναέρια τεχνολογία.

Σε αντίθεση με το Ιράν, που κατάφερε να αναπτύξει ισχυρή αποτρεπτική ικανότητα βασισμένη στα drones για την προστασία των χωρικών του υδάτων και των θαλάσσιων μεταφορών του, και να διατηρήσει ζωντανή τη φλόγα της συλλογικής θυσίας, η Βενεζουέλα βρέθηκε χωρίς επαρκή ηλεκτρονική και αμυντική κάλυψη απέναντι στην αμερικανική ναυτική και αεροπορική επίθεση στην Καραϊβική πριν από τις 3 Ιανουαρίου.

Η εγκατάλειψη του ρωσο-ιρανικού αμυντικού μοντέλου υπέρ μιας εξαναγκασμένης ευθυγράμμισης με τα χρηματοπιστωτικά συμφέροντα της Ουάσιγκτον σηματοδοτεί την αποδοχή του βαριού κόστους μιας στρατηγικής υποχώρησης, όπου οι δομές βάσης της συμμετοχικής δημοκρατίας, όπως οι λαϊκές συνελεύσεις και οι κοινότητες, καθώς και οι δομές αυτοάμυνας, προσπαθούν να αντισταθούν σε τοπικό επίπεδο, ενώ η ανώτατη οικονομική διοίκηση του κράτους βρίσκεται υποχρεωμένη να κινείται μέσα στα στενά περιθώρια που επιβάλλει η δύναμη κατοχής.



🔔 Εγγραφείτε στο κανάλι μας στο Telegram 👉 https://t.me/prensarbeldegr

Διαρκής εναλλακτική ενημέρωση  Prensa Rebelde GR   /    La Red Solid@ria Griega   / Todos Somos Venezuela GR   /  REDH GR