Qin Beichen και Jing Jun*
Παράλληλα, οι ΗΠΑ προώθησαν πολυάριθμες πολυμερείς και διμερείς συμφωνίες για τις επενδύσεις και την πνευματική ιδιοκτησία, οι οποίες διασφάλιζαν με ασύμμετρο τρόπο τα συμφέροντα των πολυεθνικών εταιρειών των ΗΠΑ —και άλλων ανεπτυγμένων χωρών— έναντι των χωρών του Παγκόσμιου Νότου. Ταυτόχρονα, η αντίληψη ότι «περισσότερη αγορά (λιγότερο κράτος) φέρνει ευημερία» απέκτησε ιδεολογική νομιμοποίηση, προβάλλοντας ως μια άποψη ευρείας συναίνεσης. Οι εκθέσεις των διεθνών οργανισμών απαξίωναν τη βιομηχανική πολιτική, θεωρώντας την αναποτελεσματική, και απέδιδαν την επιτυχία της κρατικά καθοδηγούμενης εκβιομηχάνισης στην Ανατολική Ασία σε απλουστευτικές εξηγήσεις, όπως η εμπορευματοποίηση ή η απελευθέρωση του εμπορίου. Το 2002, οι New York Times έφτασαν στο σημείο να δηλώσουν: «Οι χώρες που ανοίγουν τις οικονομίες τους και περιορίζουν στο ελάχιστο τον ρόλο της κυβέρνησης θα επιτύχουν αναπόφευκτα ταχύτερη οικονομική ανάπτυξη και υψηλότερα εισοδήματα» (Uchitelle, 2002).
Ωστόσο, ο νεοφιλελευθερισμός δεν κατάφερε να προσφέρει την ευημερία που υποσχέθηκε. Οι χώρες του Παγκόσμιου Νότου που υιοθέτησαν πολιτικές του τύπου της Συναίνεσης της Ουάσιγκτον, είτε οικειοθελώς είτε υπό εξαναγκασμό, βίωσαν έντονες οικονομικές διακυμάνσεις, επιβράδυνση της ανάπτυξης, αύξηση της ανεργίας και διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων. Ακόμη σοβαρότερο είναι το γεγονός ότι, υπό τον νεοφιλελευθερισμό, ο Παγκόσμιος Νότος δεν κατάφερε να καλύψει την αναπτυξιακή απόσταση που τον χωρίζει από τον Παγκόσμιο Βορρά. Από τη δεκαετία του 1990, μόνο ένας μικρός αριθμός οικονομιών κατάφερε να περάσει με επιτυχία στην κατηγορία των χωρών υψηλού εισοδήματος, ενώ η συντριπτική πλειονότητα των χωρών του Παγκόσμιου Νότου παραμένει εγκλωβισμένη στην κατηγορία των χωρών χαμηλού ή μεσαίου εισοδήματος. 3
Όσον αφορά τον Παγκόσμιο Βορρά, σημαντικές χώρες, όπως οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο, προχώρησαν από τα τέλη του 20ού αιώνα σε εκτεταμένες ιδιωτικοποιήσεις στο εσωτερικό τους και σε απορρύθμιση της αγοράς εργασίας. Η επακόλουθη αύξηση των εισοδηματικών και περιουσιακών ανισοτήτων τροφοδότησε την κοινωνική δυσαρέσκεια και την πολιτική αστάθεια. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, παρατηρείται στον Παγκόσμιο Βορρά αναζωπύρωση της βιομηχανικής πολιτικής, όπως αποδεικνύουν ο Νόμος για τη Μείωση του Πληθωρισμού (Inflation Reduction Act) στις ΗΠΑ, η χρήση αμοιβαίων δασμών και οι στρατηγικές παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) στους κλάδους των ηλεκτρικών οχημάτων και των ημιαγωγών. Συνολικά, οι εμπειρίες τόσο των κρατών του Βορρά όσο και εκείνων του Νότου έχουν υπονομεύσει σε σημαντικό βαθμό τα θεωρητικά θεμέλια και την πολιτική απήχηση του νεοφιλελευθερισμού.
Παρότι η νεοφιλελεύθερη τάξη πραγμάτων αντιμετωπίζει ολοένα και μεγαλύτερο σκεπτικισμό μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, οικονομολόγοι της κυρίαρχης οικονομικής σχολής έχουν αρχίσει να επικαλούνται την έννοια της «αποτυχίας της αγοράς» για να δικαιολογήσουν βιομηχανικές πολιτικές που στηρίζουν την ανάπτυξη στρατηγικών κλάδων της οικονομίας. Μεταξύ των εκπροσώπων αυτής της προσέγγισης συγκαταλέγονται ο Τζόζεφ Στίγκλιτς και ο Ντάνι Ρόντρικ. Τα επιχειρήματα αυτά έχουν προκαλέσει ευρεία προσοχή και συζήτηση στους κόλπους της κυρίαρχης οικονομικής σκέψης, κάτι που θα ήταν αδιανόητο τη δεκαετία του 1990. Σε επίπεδο άσκησης πολιτικής, πολλές χώρες του Παγκόσμιου Νότου έχουν αρχίσει να διερευνούν ενεργά αναπτυξιακές διαδρομές σύγκλισης με τις ανεπτυγμένες οικονομίες, με κινητήριο μοχλό το κράτος και με προσαρμογή στις εθνικές τους συνθήκες. Πολλοί ηγέτες του Παγκόσμιου Νότου έχουν απορρίψει ρητά πολιτικές ρυθμίσεις του τύπου της Συναίνεσης της Ουάσιγκτον και έχουν υποστηρίξει δημόσια την ενεργό παρέμβαση του κράτους σε τομείς όπως η αναδιανομή του εισοδήματος, οι ξένες επενδύσεις και ο βιομηχανικός σχεδιασμός (The Economist, 2021).
- Ο αναντικατάστατος ρόλος της μεταποιητικής βιομηχανίας.
2. Η ανάγκη για μια βιομηχανική πολιτική υπό την ηγεσία του κράτους
Η νεοφιλελεύθερη τάξη περιόρισε τη βούληση και την ικανότητα των κρατών να στηρίξουν τη βιομηχανική ανάπτυξη, οδηγώντας στη στασιμότητα της εκβιομηχάνισης στον Παγκόσμιο Νότο. Ως αποτέλεσμα των οικονομικών και χρηματοπιστωτικών κρίσεων, πολλά κράτη οδηγήθηκαν στην υιοθέτηση μεταρρυθμίσεων σύμφωνα με το πρότυπο της Συναίνεσης της Ουάσιγκτον: ζωτικής σημασίας κρατικές επιχειρήσεις ιδιωτικοποιήθηκαν, καταργήθηκαν οι έλεγχοι στις διασυνοριακές κινήσεις κεφαλαίων και στις συναλλαγματικές ισοτιμίες, οι δασμοί μειώθηκαν δραστικά και απαγορεύτηκε η χρήση εργαλείων πολιτικής, όπως οι ποσοστώσεις εισαγωγών και η υποχρεωτική μεταφορά τεχνολογίας.
Για παράδειγμα, ο σταθμισμένος δασμολογικός συντελεστής της Ινδίας για τα μεταποιημένα προϊόντα μειώθηκε απότομα από το 42% στο 12,7% μεταξύ 1992 και 2005. Η οικονομική απελευθέρωση ευνόησε επίσης την εμφάνιση ολιγοπωλιακών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων που αποκομίζουν προσόδους, δηλαδή κέρδη που δεν προκύπτουν από την παραγωγική δραστηριότητα, σε τομείς όπως η εξόρυξη, οι τηλεπικοινωνίες και η ενέργεια. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η ινδική κυβέρνηση να στερηθεί τόσο τους πόρους όσο και τη βούληση να στηρίξει συστηματικά την ανάπτυξη μεταποιητικών κλάδων, όπως η αυτοκινητοβιομηχανία και η φαρμακοβιομηχανία (Naseemullah, 2017).
Ωστόσο, πίσω από σχεδόν όλες τις επιτυχημένες ιστορικές περιπτώσεις οικονομικής σύγκλισης (catch-up), κατά τις οποίες χώρες κάλυψαν την αναπτυξιακή απόσταση από τις πιο προηγμένες οικονομίες, βρίσκεται η αξιοποίηση της βιομηχανικής πολιτικής από το κράτος, με στόχο την κινητοποίηση και την κατεύθυνση πόρων προς τον μεταποιητικό τομέα. Οι χώρες του Παγκόσμιου Νότου που στερούνται μιας ενεργητικής και προορατικής κρατικής παρέμβασης έχουν αντιμετωπίσει ανεπαρκείς επενδύσεις στη μεταποίηση —για παράδειγμα, εξαιτίας της μεγάλης αβεβαιότητας που αποθαρρύνει τις ιδιωτικές επιχειρήσεις— καθώς και συγκρούσεις συμφερόντων γύρω από την ανάπτυξη της μεταποίησης. Ειδικότερα, οι οικονομικές ελίτ στους χρηματοπιστωτικούς και μεταλλευτικούς τομείς συχνά παρεμποδίζουν την ανάπτυξη της μεταποιητικής βιομηχανίας.
3. Η ξένη εξάρτηση εμποδίζει την παραγωγική αναβάθμιση
Ο διεθνής καταμερισμός εργασίας στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης τάξης βασίζεται στον κατακερματισμό της παραγωγής. Ως εκ τούτου, οι χώρες του Παγκόσμιου Νότου παγιδεύονται εύκολα σε παραγωγικές δραστηριότητες χαμηλής προστιθέμενης αξίας. Οι χώρες του Παγκόσμιου Νότου που συμμετέχουν στον διεθνή καταμερισμό εργασίας εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από εισαγόμενα ενδιάμεσα προϊόντα και μηχανήματα. Αδυνατούν να εξασφαλίσουν το κεφάλαιο και την τεχνολογία που απαιτούνται για την αναβάθμιση της παραγωγής τους.
Για παράδειγμα, το ποσοστό χρήσης εγχώριων εξαρτημάτων στις βιομηχανικές ζώνες ελεύθερου εμπορίου της Νότιας Αμερικής, οι οποίες προσανατολίζονται στις εξαγωγές, ανέρχεται μόλις στο 3% έως 9% (στη Δομινικανή Δημοκρατία, το ποσοστό αυτό είναι μόλις 0,0001%) (Hauge, 2019: 2071-2091). Η αιτία αυτής της κατάστασης είναι η απροθυμία των διεθνών επενδυτών να προωθήσουν την παραγωγική αναβάθμιση. Κίνητρό τους είναι η κατανομή των επενδύσεων σε περιφερειακό ή ακόμη και σε παγκόσμιο επίπεδο, με στόχο τη μείωση του κόστους, και όχι η ενίσχυση του τεχνολογικού επιπέδου των χωρών του Παγκόσμιου Νότου. Εάν μια επιχείρηση από χώρα του Παγκόσμιου Νότου απειλήσει τις παραγωγικές δραστηριότητες υψηλής προστιθέμενης αξίας των πολυεθνικών εταιρειών —όπως η έρευνα και ανάπτυξη, η κατασκευή κεφαλαιουχικών αγαθών, η διαχείριση της εφοδιαστικής αλυσίδας και η εμπορική προώθηση προϊόντων—, οι πολυεθνικές χρησιμοποιούν διάφορα μέσα για να περιορίσουν τις δυνατότητες παραγωγικής αναβάθμισης.
Μεταξύ άλλων, περιορίζουν την προμήθεια κεφαλαιουχικών αγαθών και εξαρτημάτων, αυξάνουν απότομα τις τιμές ή προσφεύγουν σε δικαστικές διαδικασίες μέσω των μηχανισμών επίλυσης διαφορών μεταξύ επενδυτών και κρατών. Στην πραγματικότητα, όλες οι επιτυχημένες περιπτώσεις οικονομικής σύγκλισης (catch-up) στην ιστορία βασίστηκαν σε εγχώριες επιχειρήσεις, των οποίων οι βασικές παραγωγικές δραστηριότητες βρίσκονταν εντός της ίδιας τους της χώρας. Οι εγχώριες επιχειρήσεις έχουν εκ φύσεως κίνητρο να αυξάνουν τα κέρδη τους αναβαθμίζοντας τις παραγωγικές τους δραστηριότητες προς τομείς υψηλότερης προστιθέμενης αξίας. Για παράδειγμα, στη Νότια Κορέα, στην επαρχία της Ταϊβάν και στην ηπειρωτική Κίνα, τοπικές επιχειρήσεις σε κλάδους όπως η ηλεκτρονική βιομηχανία συμμετείχαν στη διακρατική παραγωγή αρχικά μέσω δραστηριοτήτων χαμηλότερης προστιθέμενης αξίας και στη συνέχεια ανέβαιναν σταδιακά στην παραγωγική αλυσίδα, αυξάνοντας την εγχώρια προστιθέμενη αξία.
Αντίστοιχα, δεν υπάρχει καμία περίπτωση οικονομικής σύγκλισης που να επιτεύχθηκε αποκλειστικά μέσω των ξένων επενδύσεων (Naseembullah, 2022: 82-11). Επομένως, οι κυβερνήσεις θα πρέπει να παρέχουν ενεργά πόρους και ευκαιρίες στις εγχώριες επιχειρήσεις, ώστε να αναβαθμίσουν τη μεταποιητική τους δραστηριότητα μέσω της άσκησης βιομηχανικής πολιτικής.
Προκλήσεις για την οικονομική ανασυγκρότηση (catch-up) στην μετα-νεοφιλελεύθερη εποχή
1. Η ψηφιακή τεχνολογία μειώνει το εργατικό δυναμικό που απορροφά η μεταποίηση.
Η τεχνολογία στη μεταποίηση παρουσιάζει σαφή τάση εξοικονόμησης εργατικού δυναμικού. Για παράδειγμα, κατά την περίοδο της ταχείας εκβιομηχάνισής τους, το ποσοστό απασχόλησης στον μεταποιητικό τομέα στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ πλησίαζε το 40%, ενώ σήμερα στο Βιετνάμ, μια χώρα με σχετικά αξιόλογες βιομηχανικές επιδόσεις, ανέρχεται μόλις στο 18% (Qin και Hu, 2023: 28–37).
Η τάση αυτή θα προκαλέσει μια σειρά αλυσιδωτών αντιδράσεων. Ιστορικά, η εκβιομηχάνιση δημιουργούσε συχνά μεγάλο αριθμό σταθερών θέσεων εργασίας, διαμορφώνοντας έτσι κοινωνικές ομάδες που υποστήριζαν την επέκταση της μεταποίησης. Ωστόσο, η ανάπτυξη της ψηφιακής τεχνολογίας περιορίζει σταδιακά το μέγεθος αυτής της ομάδας των ωφελούμενων και, κατά συνέπεια, δυσχεραίνει την εξασφάλιση από το κράτος της υποστήριξης διαφόρων κοινωνικών ομάδων για την εφαρμογή της βιομηχανικής πολιτικής του (Rodrik, 2022a).
Σε διεθνές επίπεδο, η ελκυστικότητα του φθηνού εργατικού δυναμικού στις χώρες του Παγκόσμιου Νότου για τους επενδυτές ενδέχεται να μειωθεί σημαντικά. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε εντεινόμενο ανταγωνισμό και να συμπιέσει ακόμη περισσότερο την προστιθέμενη αξία που μπορούν να αποκομίσουν οι χώρες του Παγκόσμιου Νότου.
Επιπλέον, η ψηφιακή τεχνολογία αυξάνει τις απαιτούμενες επενδύσεις για την τεχνολογική αναβάθμιση. Ο μηχανισμός αύξησης της παραγωγικότητας που χαρακτηρίζει την Τέταρτη Βιομηχανική Επανάσταση βασίζεται στη διασύνδεση πολυάριθμων τομέων. Τα απομονωμένα ψηφιακά «νησιά» σε επιμέρους τομείς, ανεξάρτητα από το επίπεδο τεχνολογικής τους εξέλιξης, δυσκολεύουν τις χώρες του Παγκόσμιου Νότου να επωφεληθούν πραγματικά από τα οφέλη των νέων τεχνολογιών.
Με άλλα λόγια, δεν έχει νόημα να συζητάμε για το Διαδίκτυο των Πραγμάτων (Internet of Things – IoT), την τεχνητή νοημοσύνη (ΤΝ) και την ανάλυση μεγάλων δεδομένων (big data) σε μια οικονομία στην οποία δεν έχει ακόμη υιοθετηθεί η χρήση του διαδικτύου ούτε έχει διαδοθεί η χρήση αισθητήρων. Ωστόσο, η ευρεία εγκατάσταση αισθητήρων, η συνδεσιμότητα μέσω δικτύων και η κατάρτιση σε ψηφιακές δεξιότητες απαιτούν, σε γενικές γραμμές, ενεργό και προνοητική παρέμβαση των κυβερνήσεων των χωρών του Παγκόσμιου Νότου. Επομένως, η πρόοδος της ψηφιακής τεχνολογίας καθιστά ολοένα και πιο επιτακτική την ανάγκη προώθησης της βασικής διασυνδεσιμότητας στις χώρες αυτές.
2. Οι ολιγοπωλιακές επιχειρήσεις μειώνουν τα περιθώρια κέρδους των χωρών του Παγκόσμιου Νότου
Στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης τάξης πραγμάτων, οι κυβερνήσεις των ανεπτυγμένων χωρών, με επικεφαλής τις ΗΠΑ, ήταν πρόθυμες να υπογράψουν διμερείς και πολυμερείς συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου με τις χώρες του Παγκόσμιου Νότου. Ωστόσο, οι συμφωνίες αυτές κατοχύρωσαν την ολιγοπωλιακή ή ακόμη και μονοπωλιακή θέση των πολυεθνικών εταιρειών.
Σήμερα, τα έσοδα των ολιγοπωλιακών επιχειρήσεων των βιομηχανικών χωρών είναι ήδη συγκρίσιμα με το ΑΕΠ πολλών χωρών του Παγκόσμιου Νότου. Οι επιχειρήσεις αυτές έχουν καταφέρει να κυριαρχήσουν στις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας, ελέγχοντας τον σχεδιασμό των προϊόντων, τα πρότυπα παραγωγής, τη διαχείριση των παραγωγικών διαδικασιών και την εφοδιαστική αλυσίδα της αγοράς. Με αυτόν τον τρόπο, μπορούν να περιορίζουν τα περιθώρια κέρδους των χωρών του Παγκόσμιου Νότου. Η Apple Inc. αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της τάσης: δεν πραγματοποιεί η ίδια καμία μεταποιητική δραστηριότητα, αλλά αποκομίζει το 58% της αξίας του τελικού προϊόντος της, ενώ το μερίδιο που αντιστοιχεί στις παραγωγικές δραστηριότητες έντασης εργασίας ανέρχεται μόλις στο 1,8% (Clelland, 2014: 82–111). Στη μετανεοφιλελεύθερη εποχή, είναι πολύ πιθανό οι ασύμμετρες κατανομές κερδών υπέρ των πολυεθνικών εταιρειών να συνεχίσουν να διευρύνονται. Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της μεταποιητικής δραστηριότητας στην ψηφιακή εποχή είναι η αυξανόμενη βαρύτητα των άυλων περιουσιακών στοιχείων. Σε σύγκριση με τα υλικά περιουσιακά στοιχεία, οι πολυεθνικές εταιρείες διαθέτουν ακόμη ισχυρότερη μονοπωλιακή θέση όσον αφορά τα άυλα περιουσιακά στοιχεία.5
Σήμερα, ο συντελεστής Gini ως προς την κατοχή διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας μεταξύ διαφορετικών χωρών πλησιάζει το 0,85 — επίπεδο πολύ υψηλότερο από την εισοδηματική ανισότητα οποιασδήποτε χώρας. Παράλληλα, η συντριπτική πλειονότητα των κέντρων αποθήκευσης δεδομένων, καθώς και σχεδόν όλα τα εμπορικά σήματα με ισχυρή διεθνή επιρροή, βρίσκονται επίσης στις βιομηχανικές χώρες. Οι πολυεθνικές εταιρείες μπορούν να αποκομίζουν υπερκέρδη χάρη στο μονοπώλιό τους επί των άυλων περιουσιακών στοιχείων. Για παράδειγμα, το 2021, τα έσοδα από δικαιώματα εκμετάλλευσης διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας στις ανεπτυγμένες χώρες ήταν περισσότερες από 20 φορές υψηλότερα από εκείνα των χωρών του Παγκόσμιου Νότου: ανήλθαν σε 405,5 δισεκατομμύρια δολάρια στις πρώτες, έναντι μόλις 20 δισεκατομμυρίων δολαρίων στις δεύτερες. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο κυριαρχίας των πολυεθνικών εταιρειών και των ολιγοπωλιακών δομών, είναι εξαιρετικά δύσκολο για τις χώρες του Παγκόσμιου Νότου να αναπτύξουν τον μεταποιητικό τους τομέα.
3. Η γεωπολιτική αυξάνει την αβεβαιότητα ως προς την οικονομική σύγκλιση
Πρώτον, ο ανταγωνισμός μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων δημιουργεί τον κίνδυνο περαιτέρω «κατακερματισμού» της παγκόσμιας οικονομίας. Πρόκειται για τη διαίρεση του κόσμου σε διαφορετικά συστήματα που διακρίνονται ως προς την ιδεολογία, τα τεχνικά πρότυπα, τα συστήματα πληρωμών, τα αποθεματικά νομίσματα και τα εμπορικά καθεστώτα. Η διαίρεση αυτή σημαίνει ότι οι χώρες του Παγκόσμιου Νότου ενδέχεται να αναγκαστούν να αγοράζουν ενδιάμεσα και κεφαλαιουχικά αγαθά σε υψηλότερες τιμές, ενώ ταυτόχρονα θα δυσκολεύονται περισσότερο να αποκτήσουν πρόσβαση στις αγορές τελικών προϊόντων, προκειμένου να διοχετεύσουν εκεί την εγχώρια παραγωγή τους. Αυτές οι δυσμενείς συνθήκες καθιστούν αναγκαία την αυξημένη κρατική στήριξη, για παράδειγμα μέσω της επιδότησης των εισαγωγών μηχανημάτων και των εξαγωγών προϊόντων.
Δεύτερον, η πιθανότητα οικονομικών και χρηματοπιστωτικών αναταράξεων έχει αυξηθεί δραματικά. Η σύγκρουση μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας και οι κυρώσεις που ακολούθησαν προκάλεσαν απότομη αύξηση κατά 37% στις διεθνείς τιμές του σιταριού το 2022, πυροδοτώντας επισιτιστικές κρίσεις σε ορισμένες χώρες της Βόρειας Αφρικής και της Νότιας Ασίας (ABDPost, 2022).
Παράλληλα, οι διοικητικές απαγορεύσεις που σχετίζονται με το εμπόριο εκτοξεύθηκαν από λιγότερες από 1.000 το 2019 σε σχεδόν 3.000 το 2022 (Georgieva, 2023). Τέτοια γεγονότα καθιστούν αναγκαία την ύπαρξη επαρκών χρηματοοικονομικών αποθεμάτων από το κράτος, ώστε να αποτρέπεται η κατάρρευση της εθνικής οικονομίας. Αυτές οι αβεβαιότητες περιορίζουν τους πόρους που μπορούν να επενδύσουν τα κράτη του Παγκόσμιου Νότου στην ανάπτυξη της μεταποίησης, καθώς μεγαλύτερο μέρος των διαθέσιμων πόρων πρέπει να διατηρείται ως εφεδρεία για την αντιμετώπιση εξωτερικών κλυδωνισμών.
Τρίτον, παρότι διατυπώνονται απόψεις σύμφωνα με τις οποίες η «αποσύνδεση» (decoupling) και η «μείωση των κινδύνων» (de-risking) θα μπορούσαν να δημιουργήσουν ευκαιρίες μεταφοράς βιομηχανικών δραστηριοτήτων σε ορισμένες χώρες του Παγκόσμιου Νότου, οι μεταφορές αυτές εξακολουθούν να επικεντρώνονται σε παραγωγικές δραστηριότητες έντασης εργασίας. Η αύξηση του εμπορίου των χωρών του Παγκόσμιου Νότου με τις ΗΠΑ έχει ήδη προκαλέσει εχθρικές ενέργειες από την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ. Με άλλα λόγια, τα οφέλη που μπορεί να προκύψουν από τη μεταφορά βιομηχανικών δραστηριοτήτων ενδέχεται να είναι σχετικά περιορισμένα (Qin και Wang, 2025: 3–26).
Πρώτον, είναι επιτακτική ανάγκη να υποστηριχθεί η αποϊδεολογικοποίηση της θεωρίας της ανάπτυξης. Η εξέλιξη των κοινωνικών επιστημών στις ΗΠΑ ήταν ανέκαθεν στενά συνυφασμένη με τις κοινωνικές αξίες του ατομικισμού, του φιλελευθερισμού και του οικουμενισμού (Ross, 1991). Οι υποστηρικτές και οι ωφελούμενοι από τη νεοφιλελεύθερη τάξη πραγμάτων έχουν καταφέρει να συνδέσουν τα θεωρητικά της θεμέλια με αυτές τις κοινωνικές αξίες. Κατά συνέπεια, όσοι αντιτίθενται στο ελεύθερο εμπόριο, στις ελεύθερες επενδύσεις ή στις ελεύθερες αγορές συχνά στιγματίζονται είτε ως εκπρόσωποι που υπερασπίζονται ιδιοτελή οικονομικά συμφέροντα είτε ως αιρετικοί που αποκλίνουν από την ορθόδοξη οικονομική σκέψη.
Ωστόσο, όπως υποστήριξε χαρακτηριστικά ο Καρλ Πολάνυι, «το laissez-faire σχεδιάστηκε» (Polanyi, 1944: 147). Η «ελευθερία» που κατοχυρώνεται σε αυτές τις θεωρίες αφορά αποκλειστικά την απεριόριστη ελευθερία της καπιταλιστικής τάξης στο εμπόριο, στις επενδύσεις και στις συναλλαγές. Αντίθετα, συνεπάγεται τον περιορισμό των ελευθεριών της εργατικής τάξης και, γενικότερα, των λαών του Παγκόσμιου Νότου. Για παράδειγμα, η ελεύθερη κινητικότητα των κεφαλαίων επιτυγχάνεται στην πράξη με τον περιορισμό των ελευθεριών πολλών άλλων κοινωνικών ομάδων, όπως της εργατικής τάξης.6
Αντίστοιχα, η μείωση των εμπορικών και επενδυτικών φραγμών περιορίζει ουσιαστικά την ελευθερία των χωρών του Παγκόσμιου Νότου να χαράσσουν οικονομικές πολιτικές προσαρμοσμένες στις δικές τους εθνικές συνθήκες.7 Επομένως, η θεωρητική έρευνα για την οικονομική σύγκλιση (catch-up) πρέπει να αποσυνδεθεί από τα συγκεκριμένα ιδεολογικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν τις ΗΠΑ. Αντί γι’ αυτό, πρέπει να βασιστεί στην επιστημονική μελέτη των σχετικών ιστορικών εμπειριών, ιδίως της εκβιομηχάνισης υπό κρατική καθοδήγηση στην Κίνα και σε άλλες οικονομίες της Ανατολικής Ασίας.
Δεύτερον, η έρευνα πρέπει να επικεντρωθεί στα ζητήματα της παραγωγής και της απασχόλησης. Από τη δεκαετία του 1970, η κυρίαρχη δυτική οικονομική σκέψη εστιάζει ολοένα και περισσότερο στην αποτελεσματικότητα των συναλλαγών και οικοδομεί θεωρίες πάνω στα μικροοικονομικά θεμέλια της μεγιστοποίησης της χρησιμότητας του καταναλωτή. Με αυτόν τον τρόπο, έχει παραμελήσει τις εγγενείς διαφορές μεταξύ των παραγωγικών δραστηριοτήτων, πέρα από τις αναλογίες των εισροών που απαιτούνται από τους συντελεστές παραγωγής (Amsden, 1997: 469–480).
Παρότι αυτή η προσέγγιση συνέβαλε ουσιαστικά στην επανεξέταση των αναποτελεσματικοτήτων ορισμένων στρατηγικών υποκατάστασης των εισαγωγών, αξιοποιήθηκε από τους υποστηρικτές και τους ωφελούμενους του νεοφιλελευθερισμού ως εργαλείο για την παραγνώριση της παραγωγής και της απασχόλησης. Για παράδειγμα, η ταχεία ιδιωτικοποίηση ή η αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία θα μπορούσαν να προκαλέσουν μαζική ανεργία βραχυπρόθεσμα, ενώ ταυτόχρονα θα ωφελούσαν τους πιστωτές στις ανεπτυγμένες χώρες. Παρ’ όλα αυτά, τέτοιες πολιτικές εφαρμόστηκαν με επιτυχία στο όνομα της αποτελεσματικότητας.
Αντίστοιχα, στο διεθνές εμπόριο, η έμφαση στις εξαγωγές βασικών εμπορευμάτων και στην παραγωγή έντασης εργασίας θα μπορούσε να οδηγήσει τις χώρες του Παγκόσμιου Νότου στην απώλεια της υφιστάμενης βιομηχανικής τους βάσης και να δυσχεράνει την τεχνολογική αναβάθμιση της μεταποίησης. Μια τέτοια εξέλιξη ευνοεί τις πολυεθνικές εταιρείες που έχουν την έδρα τους στις βιομηχανικές χώρες. Μια μηχανιστική ερμηνεία της θεωρίας του συγκριτικού πλεονεκτήματος προσέφερε σε αυτές τις πολιτικές τη νομιμοποίηση της «βελτίωσης της εμπορικής αποτελεσματικότητας».
Αντίθετα, καθ’ όλη τη διάρκεια της μεταρρυθμιστικής της πορείας, η Κίνα επικεντρώθηκε με συνέπεια στη διεύρυνση της κλίμακας και στην τεχνολογική αναβάθμιση του μεταποιητικού της τομέα, θέτοντας πάντοτε την απασχόληση στο επίκεντρο της χάραξης πολιτικής. Εάν καταστεί δυνατό να αναπτυχθεί, με βάση την κινεζική εμπειρία, ένα νέο θεωρητικό πλαίσιο που θα επικεντρώνεται στην παραγωγή και την απασχόληση, αυτό αναμφίβολα θα συμβάλει περισσότερο στη θεμελίωση της νομιμοποίησης των μέτρων που λαμβάνουν οι χώρες του Παγκόσμιου Νότου για τη στήριξη των εγχώριων μεταποιητικών τους τομέων.
Τρίτον, ο ρόλος του κράτους πρέπει να επανεκτιμηθεί και να αποτελέσει αντικείμενο συστηματικής διερεύνησης. Το κυρίαρχο δυτικό οικονομικό παράδειγμα έρευνας αντιμετωπίζει την αγορά ως μια σφαίρα πλήρως διαχωρισμένη από την κοινωνία, η οποία διέπεται από τους δικούς της εγγενείς νόμους και είναι απρόσβλητη από τις παρεμβάσεις της κυβέρνησης ή άλλων κοινωνικών ομάδων. Στο πλαίσιο αυτό, η παρέμβαση μη αγοραίων παραγόντων θεωρείται η βασική αιτία περιορισμού της αποτελεσματικότητας και δυσλειτουργίας της «αόρατης χειρός». Κατά συνέπεια, το κράτος αντιμετωπίζεται συνήθως ως εμπόδιο στην ανάπτυξη, ενώ η «περιορισμένη κρατική παρέμβαση» παρουσιάζεται ως μια κατεύθυνση μεταρρύθμισης που ωφελεί καθολικά (Doornbos, 2001: 93–108).
Ωστόσο, στις χώρες του Παγκόσμιου Νότου, όπου οι θεσμοί της αγοράς δεν έχουν ακόμη εδραιωθεί, ο περιορισμός της κρατικής δράσης τείνει να δημιουργεί μια σειρά προβλημάτων, όπως η ανάδυση ολιγοπωλιακών μονοπωλίων, η αποδυνάμωση της βιομηχανικής βάσης και η εξάπλωση παράνομων δραστηριοτήτων.
Για παράδειγμα, κατά την αρχική φάση των μεταρρυθμίσεων και του ανοίγματος της οικονομίας της, η Κίνα δεν ακολούθησε το πρότυπο του περιορισμένου κράτους που προέκρινε η κυρίαρχη θεωρία. Αντίθετα, αξιοποίησε τα υφιστάμενα θεσμικά της πλεονεκτήματα, κινητοποιώντας την πρωτοβουλία των κυβερνητικών στελεχών σε όλα τα επίπεδα, ώστε να συμμετέχουν ενεργά στην προσέλκυση επενδύσεων (Ang, 2018). Παρότι μια τέτοια θεσμική διευθέτηση θα απορριπτόταν από την κυρίαρχη οικονομική σκέψη, η Κίνα πέτυχε αποτελέσματα πολύ ανώτερα από εκείνα των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης που προχώρησαν σε μεταρρυθμίσεις με στόχο τον περιορισμό του κράτους.
Στην πραγματικότητα, η τέλεια αγορά που περιγράφει το κυρίαρχο θεωρητικό παράδειγμα ενδέχεται να μην υπάρχει καν. Οι δραστηριότητες της αγοράς είναι αναγκαστικά ενσωματωμένες στις κοινωνικές σχέσεις και δεν μπορούν να λειτουργήσουν ανεξάρτητα από αυτές.Επομένως, το ουσιαστικότερο ερώτημα δεν είναι «αν πρέπει να υπάρχει κράτος», αλλά «τι είδους κράτος πρέπει να υπάρχει». Η εγκατάλειψη των προκατασκευασμένων αντιλήψεων σχετικά με τον ρόλο του κράτους και η συστηματική διερεύνηση της λειτουργίας του στην οικονομική ανάπτυξη μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στον θεωρητικό αναπροσανατολισμό.
Σημειώσεις
[1] Σημείωση εκδοτών: Στην οικονομική επιστήμη, ο όρος catch-up αναφέρεται στη διαδικασία κατά την οποία οι οικονομίες χαμηλού εισοδήματος αναπτύσσονται με ταχύτερους ρυθμούς από τις ανεπτυγμένες οικονομίες, ώστε να φτάσουν σε παρόμοια επίπεδα κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Το catch-up δεν αφορά αποκλειστικά τη σύγκλιση των εισοδηματικών επιπέδων, αλλά περιλαμβάνει επίσης τη σύγκλιση ως προς τη χρήση και την ανάπτυξη τεχνολογιών στην παραγωγή. Στο παρόν άρθρο θα χρησιμοποιήσουμε τον αγγλικό όρο, προκειμένου να διατηρήσουμε την έννοια που αποδίδουν σε αυτόν οι συγγραφείς.
[2] Οι «θεωρίες του Νότου» συνήθως υιοθετούν μια στάση που κυμαίνεται από την αναθεώρηση ή την αμφισβήτηση έως την κριτική ή την απόρριψη των «θεωριών του Βορρά», οι οποίες διαμορφώθηκαν στις δυτικές χώρες (Jing, 2023: 28–52).
[3] Πράγματι, η ανάπτυξη αυτών των χωρών και περιοχών με στόχο την οικονομική σύγκλιση (catch-up) με τις υπόλοιπες έχει ελάχιστη σχέση με τη νεοφιλελεύθερη παγκόσμια αναπτυξιακή τάξη. Σε αυτές περιλαμβάνονται η Νότια Κορέα, η επαρχία της Ταϊβάν και η ηπειρωτική Κίνα, οι οποίες πέτυχαν ταχεία εκβιομηχάνιση υπό κρατική καθοδήγηση και είχαν ήδη πλησιάσει σημαντικά το όριο των χωρών υψηλού εισοδήματος στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Στην ίδια ομάδα περιλαμβάνονται η Πολωνία και η Τσεχική Δημοκρατία, οι οποίες αναπτύχθηκαν χάρη στην ενσωμάτωσή τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στις δευτερογενείς επιδράσεις που αυτή προκάλεσε, καθώς και η Σαουδική Αραβία και το Ομάν, που επωφελήθηκαν από τα κέρδη των ολιγοπωλίων στον τομέα των πετρελαϊκών και των φυσικών αερίων πόρων. Μεταξύ των χωρών που έχουν εγκλωβιστεί, λιγότερο από το ένα δέκατο των χωρών μεσαίου εισοδήματος εξακολουθούν να διαθέτουν προοπτικές οικονομικής σύγκλισης (catch-up), δηλαδή να διατηρήσουν κατά κεφαλήν εισόδημα σταθερά υψηλότερο από τα δύο τρίτα του ορίου εισοδήματος που έχει τεθεί ως σημείο αναφοράς. Ωστόσο, με εξαίρεση την Κίνα, οι χώρες αυτής της ομάδας τείνουν να παγιδεύονται στη «μεσαία εισοδηματική παγίδα».
[4] Σε ορισμένες συζητήσεις σχετικά με την οικονομία των υπηρεσιών παρατηρούνται ερμηνευτικά σφάλματα. Για παράδειγμα, σύμφωνα με στοιχεία του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών για τη Βιομηχανική Ανάπτυξη (UNIDO), οι χώρες με την υψηλότερη κατά κεφαλήν μεταποιητική παραγωγή στον κόσμο είναι η Ελβετία και η Σιγκαπούρη, οι οποίες συχνά θεωρούνται οικονομίες προσανατολισμένες στις υπηρεσίες. Οι χώρες αυτές εξακολουθούν να κατέχουν ηγετικές θέσεις παγκοσμίως σε μεταποιητικούς κλάδους, όπως η κατασκευή μηχανημάτων, τα ηλεκτρονικά, ο εξοπλισμός ακριβείας και τα βιομηχανικά χημικά προϊόντα.
[5] Τα άυλα περιουσιακά στοιχεία αναφέρονται σε μη υλικούς πόρους που βασίζονται στη γνώση και περιλαμβάνουν:
1. Διανοητική ιδιοκτησία που προσθέτει αξία, όπως διπλώματα ευρεσιτεχνίας, πνευματικά δικαιώματα και εμπορικά απόρρητα.
2. Γνώση ενσωματωμένη σε ψηφιακά πληροφοριακά συστήματα, όπως σύνολα δεδομένων και αλγόριθμοι λογισμικού.
3. Επιχειρησιακή γνώση θεσμοθετημένη σε επιχειρηματικές πρακτικές, όπως πρωτόκολλα της εφοδιαστικής αλυσίδας και πρακτικές διαχείρισης της αξίας του εμπορικού σήματος.
[6] Αυτό συμβαίνει επειδή η ελευθερία των καπιταλιστών να μεταφέρουν τα κεφάλαιά τους μεταξύ χωρών ή περιοχών μπορεί να διασφαλιστεί μόνο υπό την προϋπόθεση ότι η απόλυση εργαζομένων σε έναν συγκεκριμένο τόπο δεν συνεπάγεται πρόσθετο κόστος απαγορευτικά υψηλό.
[7] Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αντίφασης αποτελεί η διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, η οποία, στο όνομα της «ελεύθερης κυκλοφορίας των πόρων», έφτασε ακόμη και στο σημείο να στερήσει από τα κράτη-μέλη της κοινής αγοράς την ελευθερία να αποφασίζουν για το μήκος της μπαγκέτας τους (Stiglitz, 2016).
- ABDPost. Wheat, Corn Prices Surge Deepening Consumer Pain. Al Jazeera. 2022. Disponible en: https://www.aljazeera.com/economy/2022/3/3/wheat-corn-prices-surge-as-consumer-pain-mounts.
- Aiyar, Shekhar, Romain Duval, Damien Puy, Yiqun Wu y Longmei Zhang. “Growth Slowdowns and the Middle-Income Trap”. Japan and the World Economy, vol. 48, 2018.
- Amsden, Alice H. “Bringing Production Back In — Understanding Government’s Economic Role in Late Industrialisation”. World Development, vol. 25, nº 4, 1997.
- Ang, Yuen Yuen. How China Escaped the Poverty Trap. Ithaca: Cornell University Press, 2018.
- Clelland, Donald A. “The Core of the Apple: Degrees of Monopoly and Dark Value in Global Commodity Chains”. Journal of World-Systems Research, vol. 20, nº 1, 2014.
- Doornbos, Martin. “Good Governance: The Rise and Decline of a Policy Metaphor?”. Journal of Development Studies, vol. 37, nº 6, 2001.
- The Economist. Chile’s new president promises to bury neoliberalism. Disponible en: https://www.economist.com/the-americas/2021/12/20/chiles-new-president-promises-to-bury-neoliberalism.
- Georgieva, Kristalina. “The Price of Fragmentation: Why the Global Economy Isn’t Ready for the Shocks Ahead”. Foreign Affairs. Nueva York, 2023.
- Hauge, Jostein. “Should the African Lion Learn from the Asian Tigers? A Comparative-Historical Study of FDI-Oriented Industrial Policy in Ethiopia, South Korea and Taiwan”. Third World Quarterly, vol. 40, nº 11, 2019.
- Jing, Jun. “What is Southern Theory?”. Sociological Review, nº 4, 2023.
- Jing, Jun y Liangmin Gao, eds. Southern Theory: The Other’s Contribution to Humanities and Social Sciences Thought. Beijing: China Social Sciences Press, 2024.
- Kohli, Atul. Imperialism and the Developing World: How Britain and the United States Shaped the Global Periphery. Oxford: Oxford University Press, 2019.
- Naseemullah, Adnan. Development After Statism. Cambridge: Cambridge University Press, 2017.
- “The International Political Economy of the Middle-income Trap”. The Journal of Development Studies, vol. 58, nº 10, 2022.
- Polanyi, Karl. La gran transformación. Farrar & Rinehart, 1944.
- Qin, Beichen y Shulei Hu, “Neoliberalism and Premature Deindustrialisation in Global South Countries”. Beijing Cultural Review, nº 2, 2023.
- Qin, Beichen y Yong Wang. “China-Southeast Asia Industrial Transfer in the Context of U.S.-China Decoupling”. Journal of Boundary and Ocean Studies, nº 3, 2025.
- Rodrik, Dani. Prospects for Global Economic Convergence Under New Technologies. En: Autor, David, Kaushik Basu, Zia Qureshi y Dani Rodrik, eds. An Inclusive Future? Technology, New Dynamics, and Policy Challenges. Washington D. C.: Brookings Institution Press, 2022a.
- “The New Productivism Paradigm?”. Project Syndicate, vol. 5, nº 7, 2022b.
- Ross, Dorothy. The Origins of American Social Science. Cambridge: Cambridge University Press, 1991.
- Stiglitz, Joseph E. The Euro: How a Common Currency Threatens the Future of Europe. Nueva York: W. W. Norton & Company, 2016.
- Uchitelle, L. Challenging the Dogmas of Free Trade. The New York Times. Nueva York, 2002.
- Venugopal, Rajesh. “Neoliberalism as Concept”. Economy and Society, vol. 44, nº 2, 2015.
Το Wenhua Zongheng (文化纵横) είναι ένα σημαντικό περιοδικό σύγχρονου πολιτικού και πολιτιστικού στοχασμού στην Κίνα. Το περιοδικό δημοσιεύει άρθρα διανοουμένων από όλη τη χώρα, οι οποίοι εκπροσωπούν διαφορετικές ιδεολογικές τάσεις, και αποτελεί σημαντικό σημείο αναφοράς για την εξέλιξη της κινεζικής σκέψης.
Το Ινστιτούτο Tricontinental για την Κοινωνική Έρευνα έχει συμπράξει με το Wenhua Zongheng και το Ακαδημαϊκό Φόρουμ του Παγκόσμιου Νότου για την έκδοση μιας διεθνούς έκδοσης του περιοδικού, προσφέροντας στους αναγνώστες μας την ευκαιρία να έρθουν σε επαφή με το πλούσιο και σύνθετο διανοητικό τοπίο της σύγχρονης Κίνας.


