Τρίτη, 15 Μαρτίου 2016

Ο Ομπάμα ανανεώνει την "κατάσταση εθνικής ανάγκης" κατά της Κούβας


Ο πρόεδρος Ομπάμα ανανέωσε πρόσφατα την επί 20 ετών "κατάσταση εθνικής ανάγκης" για να ενισχύσει τον οικονομικό και εμπορικό αποκλεισμό κατά της Κούβας,  παρόλο που σχεδιάζει ταξίδι στη νησιωτική χώρα (20-22 Μαρτίου) για να συνεχίσει τις συνομιλίες προς την κατεύθυνση της εξομάλυνσης των σχέσεων ανάμεσα στις δύο χώρες.

Το διάταγμα Νο. 9398 του Ομπάμα συνεχίζει τις κυρώσεις που θεσμοθετήθηκαν αρχικά από τον πρόεδρο Κλίντον το 1996, στα πλαίσια των ειδικών εξουσιών που δίνει στον πρόεδρο το Κονγκρέσο, και απαγορεύει σε πλοία και αεροσκάφη των ΗΠΑ να μπουν σε κουβανικά νερά και εναέριο χώρο χωρίς εξουσιοδότηση. Σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία, αυτές οι καταστάσεις ανάγκης λήγουν αν ο πρόεδρος δεν τις ανανεώνει κάθε χρόνο.


Υπάρχει μια ουσιαστική αλλαγή στην πολιτική Ομπάμα ως προς τον αποκλεισμό (εμπάργκο): Ο Ομπάμα εξουσιοδοτεί την ακτοφυλακή να επιθεωρεί και να κατάσχει σκάφη ύποπτα για παραβίαση του αποκλεισμού, αλλά μόνο "σε βαθμό σύμφωνα με τη διεθνή νομοθεσία". Ο Λευκός Οίκος δεν εξήγησε γιατί ο πρόεδρος πρόσθεσε αυτό τον όρο.

Ωστόσο αν και ανανέωσε την κατάσταση αποκλεισμού, ο Ομπάμα έκανε πιο ήπια τη γλώσσα που χρησιμοποιείται για να δικαιολογήσει την "κατάσταση εθνικής ανάγκης". Αφαίρεσε την πιο πολεμική γλώσσα που χρησιμοποιούσαν οι Κλίντον και Μπους, ότι δήθεν η Κούβα "έχει επιδείξει έτοιμη και αδίστακτη πρόθεση να χρησιμοποιήσει ακραία επιθετικότητα, ακόμα και θανατηφόρα επιθετικότητα" κατά των Ηνωμένων Πολιτειών, και αντ' αυτού εξέφρασε την επιθυμία για "ειρηνική, ευημερούσα και δημοκρατική Κούβα".

Το εμπάργκο κατά της Κούβας είναι μια από τις 30 ξεχωριστές καταστάσεις εθνικής ανάγκης εν ισχύ. Παρά το νόμο του 1976 που απαιτούσε από το Κονγκρέσο να αναθεωρεί αυτές τις καταστάσεις κάθε 6 μήνες, οι νομοθέτες δεν έχουν ποτέ πράξει έτσι επίσημα.

Το Telesur αναφέρθηκε στην κίνηση του Ομπάμα ως "ππισώπλατη μαχαιριά" στην Κούβα.

Οι Κουβανοί έχουν υπολογίσει ότι το εμπάργκο των ΗΠΑ έχει κοστίσει στη χώρα τους πάνω από 831 δισ. δολάρια, για πάνω από 54 χρόνια που εφαρμόζεται.